To Cogito ergo sum συλλογάται λέφτερα και στο ηλεκτρονικό περιοδικό Ατέχνως.
Πνευματικά δικαιώματα δεν υπάρχουν. Οι ιδέες πρέπει να κυκλοφορούν ελεύθερα. Άρα, η αντιγραφή επιτρέπεται.

Η γλώσσα κόκκαλα τσακίζει

(...) ας ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα, ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα κι ο ουρανός, ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό κι ο αέρας, ας ιδιωτικοποιηθεί η δικαιοσύνη και ο νόμος, ας ιδιωτικοποιηθεί το σύννεφο που περνάει, ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο, ειδικά αν γίνεται μέρα και με τα μάτια ανοιχτά. Και τελικά, για να ολοκληρωθούν οι ιδιωτικοποιήσεις, ας ιδιωτικοποιηθούν και τα κράτη, παραδίδοντας για κάποιο χρονικό διάστημα την εκμετάλλευσή τους σε ιδιωτικές εταιρείες, που θα λειτουργούν σε καθεστώς διεθνούς ανταγωνισμού. Εκεί βρίσκεται η σωτηρία τού κόσμου...

Και τώρα, ας ιδιωτικοποιηθεί επίσης και η πουτάνα που τους γέννησε όλους.


[Ζοζέ Σαραμάγκου, "Τετράδια του Λαντσαρότε - Ημερολόγιο ΙΙΙ, 1993-1995" - Μετάφραση από τα πορτογαλικά: Cogito ergo sum]

16 Φεβρουαρίου 2018

Η Σκάλα του Μιλάνου

Μάιος 1919. Κάπου στο κέντρο του Βόλου, στην πλατεία Αγίου Νικολάου και, συγκεκριμένα, στο νούμερο 174 της οδού Ερμού (αργότερα θα αλλάξει η αρίθμηση και το 174 θα γίνει 186), ο 27χρονος Στέφανος Μιλάνος ανοίγει ένα καπηλειό. Καπηλειό παναπεί ότι το μαγαζί βάζει το κρασί και ο πελάτης φέρνει μαζί του τον μεζέ που γουστάρει, από ντομάτα, φέτα κι ελιές μέχρι λακέρδα και σκουράντζο.

Ο Στέφανος κάνει το κέφι του. Όχι πως με την δουλειά δεν τρέφει την οικογένειά του αλλά έχει και την άνεση να κάθεται σε μια γωνιά και να γρατζουνάει το μπουζουκάκι του. Με τον καιρό, έβαλε το χεράκι της κι η γυναίκα του, η Σουλτάνα με το όνομα και το καπηλειό εξελίχθηκε σε ταβερνάκι. Ένα μικρό ταβερνάκι, που σιγά-σιγά έγινε στέκι των εργατών κι όσων δούλευαν πιο κάτω, στο λιμάνι. Στέκι όχι μόνο για τα φαΐ και το πιοτί μα, κυρίως, για το μπουζούκι τού Στέφανου. Ώσπου άρχισαν οι θαμώνες να ξεθαρρεύουν και κάποιοι απ' αυτούς να κουβάλανε τα βράδυα τα δικά τους οργανάκια και το ταβερνάκι να γίνεται μουσικός παράδεισος.

Σαν ήρθε η μεταξική δικτατορία, βρήκε φιρμάνι να κρεμάσουν όλα τα μαγαζιά απ' έξω μια ταμπέλα που να λέει τι είδους μαγαζί ήταν αυτό και ποιος ήταν ο ιδιοκτήτης. Έτσι, λοιπόν, στα 1936 το μαγαζί του Στέφανου βαφτίστηκε κι έγινε "Σκάλα", επειδή όποιος πέρναγε απ' αυτό μια φορά, κόλλαγε, "σκάλωνε" και ξαναρχόταν. Αυτό ήταν. Ο Βόλος είχε αποκτήσει πλέον την δική του "Σκάλα του Μιλάνου".

Η "Σκάλα του Μιλάνου" επί της οδού Ερμού. Στην πόρτα ο Νίκος Μιλάνος.

Τα χρόνια που ακολούθησαν ήταν δύσκολα. Και με την απελευθέρωση έγιναν δυσκολώτερα, λόγω της κομμουνιστικής ιδεολογίας τόσο του Μιλάνου όσο και των περισσότερων πελατών του. Το μαγαζί δέχτηκε επανειλημμένες επιδρομές ταγματασφαλιτών αλλά ο Στέφανος δεν τους έκανε την χάρη να τον πιάσουν. Έφυγε και κρυβόταν για καιρό στο Πήλιο, ώσπου να ηρεμήσουν κάπως τα πράγματα.

Όταν τέλειωσε ο εμφύλιος, τα πράγματα πήραν την σειρά τους. Στο μαγαζί άρχισαν να μπαίνουν σιγά-σιγά τα παιδιά τού Στέφανου, ο Κάρολος κι ο Νίκος (και κάπου-κάπου κι ο Στάθης, ο μικρότερος), που είχανε μάθει το μπουζούκι στα μικράτα τους από τον πατέρα τους. Όλη την ημέρα οι Μιλάνοι σερβίριζαν τους πελάτες με το χαμόγελο και την καλή τους την κουβέντα. Μα σαν έφτανε εννιά το βράδυ, τα πιάτα μαζεύονταν κι απάνω στα τραπέζια απόμεναν μόνο τα κανάτια με το κρασί, τα ποτήρια και τα τασάκια. Ήταν η ώρα που στη μέση άνοιγε χώρος, μπαίναν τρεις καρέκλες, ο Στέφανος κι οι γιοι του πιάναν τα μπουζούκια τους κι έπαιζαν ό,τι μπορούσε να φανταστεί κανείς. Δίχως παρτιτούρες και δίχως φιοριτούρες.

Από την "Σκάλα" πέρασαν πολλοί, είτε για να ακούσουν τους Μιλάνους είτε για να παίξουν μαζί τους. Ανάμεσά τους ο Βαμβακάρης, ο Γαβαλάς, ο Ζαγοραίος, ο Καλδάρας, ο Λεμονόπουλος, ο Μπιθικώτσης, ο Παγιουμτζής, ο Παπαϊωάννου, ο Τσιτσάνης... Ο τελευταίος, μιλώντας σε τοπικό δημοσιογράφο, δεν δίστασε να δηλώσει ότι "έρχομαι εδώ, στην Σκάλα του Μιλάνου, για ν' ακούσω πόσο όμορφα παίζονται τα λαϊκά τραγούδια". Ο Τσιτσάνης είχε δίκιο γιατί οι Μιλάνοι παίζανε με την ψυχή τους, το όργανο γινόταν η προέκταση του χεριού τους κι ο ήχος του συνταίριαζε με την ανάσα τους, σάμπως το μπουζούκι να ήταν συστατικό τής ύπαρξής τους.

Αξίζει τον κόπο να κάνουμε εδώ μια παρένθεση. Ο Στάθης βαφτίστηκε το 1947, σε ηλικία έξι ετών. Βαφτίστηκε μεγάλος, μιας κι ως τότε ο νονός του βρισκόταν πρώτα στο βουνό και μετά στις εξορίες. Στα βαφτίσια του διασκέδασε τους καλεσμένους παίζοντας μπουζούκι ο ίδιος. Κλείνουμε την παρένθεση και συνεχίζουμε.

Εδώ, πριν τον πόλεμο, ήρθε κι ένας δεκαπεντάχρονος πιτσιρικάς για να μάθει μπουζούκι, ένα προσφυγόπουλο από την Πόλη, ο Γιώργος, ο γιος του Στέφανου του Μητσάκη, του ψαρά από την Άφυσσο. Σαν ήρθε ο καιρός, ο Μιλάνος έδωσε του μικρού Μητσάκη 150 δραχμές για να αγοράσει το δικό του μπουζούκι. Ο Γιωργάκης δίστασε. "Δανεικά στα δίνω, μικρέ", είπε σοβαρά ο ταβερνιάρης. Και για να δείξει στον μικρό ότι εννοούσε αυτό που έλεγε, πήγε στον μαυροπίνακα που είχε στον τοίχο για να γράφει τα χρωστούμενα των πελατών, πήρε την κιμωλία κι έγραψε καθαρά "Γιώργος Μητσάκης 150". Εννοείται ότι μετά τό 'σβησε.

Ο μικρός πήρε το μπουζούκι και λίγο αργότερα την κοπάνησε για Θεσσαλονίκη, κρυφά από τον πατέρα του που ήθελε να τον κάνει ψαρά. Έγινε μεγάλος και τρανός μα ούτε ξαναπάτησε το πόδι του στην "Σκάλα" ούτε μίλησε ποτέ γι' αυτή. Ο Μιλάνος καπρίτσωσε. Πήγε στον μαυροπίνακα, έγραψε με την κιμωλία πάνω-πάνω "Αχάριστος κόσμος" κι από κάτω "Γιωρ. Μητσάκης, μπουζουκτσής Αθηνών: 150". Το όνομα του κακοπληρωτή Γιώργου Μητσάκη θα έμενε στον μαυροπίνακα ίσαμε το 1965. Θα έμενε για πάντα εκεί αλλά τότε σε μια συνέντευξή του ο Μητσάκης έσωσε και δήλωσε ότι "μπουζούκι μού έμαθε ο γερο-Στέφανος Μιλάνος στον Βόλο", οπότε ο Μιλάνος  είπε χαλάλι, του έδωσε άφεση και τον έσβησε.

Οι Μιλάνοι δεν είχαν καλή σχέση με τα λεφτά. Δεν τα λιμπίστηκαν ποτέ. Γι' αυτό και ποτέ δεν πήγαν σε άλλο μέρος για να παίξουν, εκτός από τον Κάρολο, που στο φανταρηλίκι του έπαιξε σε κάποια μαγαζιά της Λάρισας και της Καρδίτσας. Το παίξιμό τους έγινε θρυλικό επειδή έπαιζαν τα πάντα από μνήμης, πράγμα που τους οδηγούσε αναπόφευκτα σε εντυπωσιακούς αυτοσχεδιασμούς και ανεπανάληπτα σολαρίσματα.

Σκάλα του Μιλάνου, 22/12/1959. Ο Στέφανος Μιλάνος με τους τρεις γιους του. Με το καπέλλο, ο ηθοποιός
Πέτρος Γιαννακός (Κοκοβιός). Πίσω, ο μαυροπίνακας με το όνομα του Μητσάκη πρώτο-πρώτο.

Το 1970, ο Στέφανος Μιλάνος φεύγει από την ζωή σε ηλικία 78 ετών. Η "Σκάλα" μένει στα χέρια τού Κάρολου και του Νίκου. Στις 29 Νοεμβρίου 1978, το ταβερνάκι μετακομίζει σε έναν κάπως μεγαλύτερο χώρο, στην οδό Ιωλκού αριθμός 83, κρατώντας πιστά την ίδια σειρά: κάθε βράδυ στις εννιά, ο Κάρολος με τον Νίκο και τον Στέφανο τζούνιορ έπιαναν τα μπουζούκια τους. Σκέτα, όπως πάντα, δίχως ενισχυτές και μεγάφωνα.

Στις 4 Ιουνίου 2004, οι φίλοι των Μιλάνων διοργανώνουν προς τιμή τους μια συναυλία στον Βόλο. Την παρουσιάζει ο Πάνος Γεραμάνης και συμμετέχουν οι Kώστας Καλαφάτης, Δημήτρης Κοντογιάννης, Χρήστος Μητρέντζης, Γιώργος Ξηντάρης, Νίκος Παπάζογλου, Τόλης Χάρμας κ.α. Δυο χρόνια μετά, στις 20 Απριλίου 2006 (ημέρες Πασχαλιάς), ο Νίκος φεύγει για να συναντήσει τον πατέρα του. Το φευγιό του σημαίνει και το τέλος τής "Σκάλας", μετά από 87 χρόνια ζωής. Την επόμενη χρονιά, στις 4 Μαΐου 2007 (πάλι ημέρες Πασχαλιάς), θα φύγει και ο Κάρολος, κλείνοντας οριστικά μια από τις πολλές όμορφες σελίδες της λαϊκής μουσικής μας ιστορίας.

6 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Τι μου θύμισες. Παίρναμε το τραίνο το απόγευμα από Λάρισα και πηγαίναμε κατ ευθείαν εκεί. Δεν είχαμε όλοι αυτοκίνητα τότε 1978. Πολλές φορές ξεχνιόμασταν και το χάναμε το τελευταίο, ξαναγυρνούσαμε στο μαγαζί και καθόμασταν ώσπου να κλείσει και μετά περιμέναμε το πρωινό τραίνο να γυρίσουμε. Όντως ιστορικό μέρος.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΤΣΑΣ είπε...

Εχω περασει και γω απο κει.Απο το μαγαζι της Ιωλκου 83.Το δρομο που οδηγει προς το Πηλιο.Πραγματι ηταν υπεροχα.Ανθρωποι απλοι γυρο σου και καλοδιαθετοι.Δεν αναφερεται πως καποια ωρα επαιζαν μουσικη με τα κουταλια."οι κουταλαδες" τους φωναζαν.Μου εχει μεινει στην μνημη σαν κατι το διαφορετικο.Τυχερος που περασα και γω απο κει.

Δημητρης Λιτσας.

Theodore Athanasiadis είπε...

(α) Ευχαριστώ τον φίλο Στάθη Τσεκούρα για την υπόδειξη του Νίκου Μιλάνου στην πόρτα του μαγαζιού, όπως φαίνεται στην πρώτη φωτογραφία.

(β) Νομίζω ότι είναι περιττό να εξηγήσω στον Δημήτρη Λίτσα και σε όλους τους αναγνώστες ότι δεν είναι δυνατόν να χωρέσει μια ιστορία 87 ετών σε ενα ιστολογικό κείμενο. Είναι πολλά που δεν είπα, λοιπόν. Όπως π.χ. γιατί ο Στέφανος Μιλάνος βάφτισε το πρώτο του παιδί Κάρολο και το δεύτερο Νίκο (ο νοών νοείτω). Η ιστορία με τα κουτάλια ξεκίνησε από τους θαμώνες, που μ' αυτά συνόδευαν τους Μιλάνους στο παίξιμό τους. Κι όπως ανέβαινε στο "πάλκο" με το όργανό του όποιος θαμώνας ήθελε να παίξει μαζί τους (δίχως πρόβα παρακαλώ!), έτσι ανέβηκαν και τα κουτάλια.

(γ) Κάπου άκουσα ότι, μετά το κλείσιμο του μαγαζιού, ο Στέφανος τζούνιορ προσπάθησε να συνεχίσει την παράδοση δημιουργώντας κάτι άλλο. Δυστυχώς, δεν κατάφερα να βρω κάπου σχετικές πληροφορίες. Αν κάποιος αναγνώστης γνωρίζει περισσότερα, ας ενημερώσει κι εμάς.

ioannis541 είπε...

πολλες και καλες αναμνισεις από το 1966 10χρόνων παιδάκι έως το 1972 περνούσα καθημερινά από το μαγαζί του μιλάνου και πωλούσα λαχεία

Ανώνυμος είπε...

Δείτε σε αυτό το link την εκπομπή Ελλήνων Δρώμενα "Η Σκάλα Του Μιλάνου":
https://www.youtube.com/watch?v=n6wjNuJ6xNc
Θησαυρός!

Μάκης είπε...

Το διάβασα μονορούφι!!
Εξαιρετικό κείμενο. Διαβάζοντας από μέσα μου άκουγα άλλη φωνή απ τη δική μου. Ίσως κάποιου ηθοποιού μας της εποχής του ασπρόμαυρου ελληνικού κινηματογράφου! Απίθανη η ιστορία της "Σκάλας του Μιλάνου" της ελληνικής σκάλας. Κι απ την περιγραφή δίκιο έχει η εξήγηση του ονόματος ως "σκάλωμα" κάθε πελάτη που πρωτοπήγαινε. Κι εγώ θα σκάλωνα εκεί αν τύχαινε να περάσω! Αλλά κι έτσι πάλι σκάλωσα και θα μου μείνει στην μνήμη μου αυτό το κείμενο σαν να το έχω ζήσει ο ίδιος! Ευχαριστώ και το γιό μου που ξενητεμένος βρίσκει τέτοια διαμάντια και μου τα στέλνει! Είναι αυτά τα παιδιά μας η μοναδική ελπίδα αυτής της έρμης πατρίδας που τα "χρωστούμενα" του Μητσάκη ωχριούν μπροστά στην προδοσία όσων μας κυβερνάνε! Όμως ο Έλληνας θα βρίσκει πάντα κάπου να "σκαλώσει" και η ζωή συνεχίζεται......