To Cogito ergo sum συλλογάται λέφτερα και στο ηλεκτρονικό περιοδικό Ατέχνως.

Η γλώσσα κόκκαλα τσακίζει

(...) ας ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα, ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα κι ο ουρανός, ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό κι ο αέρας, ας ιδιωτικοποιηθεί η δικαιοσύνη και ο νόμος, ας ιδιωτικοποιηθεί το σύννεφο που περνάει, ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο, ειδικά αν γίνεται μέρα και με τα μάτια ανοιχτά. Και τελικά, για να ολοκληρωθούν οι ιδιωτικοποιήσεις, ας ιδιωτικοποιηθούν και τα κράτη, παραδίδοντας για κάποιο χρονικό διάστημα την εκμετάλλευσή τους σε ιδιωτικές εταιρείες, που θα λειτουργούν σε καθεστώς διεθνούς ανταγωνισμού. Εκεί βρίσκεται η σωτηρία τού κόσμου...

Και τώρα, ας ιδιωτικοποιηθεί επίσης και η πουτάνα που τους γέννησε όλους.


[Ζοζέ Σαραμάγκου, "Τετράδια του Λαντσαρότε - Ημερολόγιο ΙΙΙ, 1993-1995" - Μετάφραση από τα πορτογαλικά: Cogito ergo sum]

28 Απριλίου 2016

Κώστας Βάρναλης: "Η μάνα του Χριστού"

[Όπως πέρυσι τέτοιες μέρες, έτσι κι εφέτος το ιστολόγιο θα αποτοξινωθεί για λίγες μέρες. Θα αφήσει κατά μέρος την πεζή καθημερινότητα και θα καταδυθεί στον υπέροχο κόσμο της ποίησης. Πολύ περισσότερο, μάλιστα, που ετούτο το Πάσχα μάς έρχεται αγκαλιά με την πρωτομαγιά...]

Κώστας Βάρναλης (Αίγινα, 1931)

Πώς οι δρόμοι εβωδάνε με βάγια στρωμένοι,
ηλιοπάτητοι δρόμοι και γύρο μπαξέδες!
Η χαρά της γιορτής όλο πιότερο αξαίνει
και μακριάθε βογγάει και μακριάθε ανεβαίνει.

Τη χαρά σου, Λαοθάλασσα, κύμα το κύμα,
των αλλώνε τα μίση καιρό τηνε θρέφαν
κι αν η μάβρη σου κάκητα δίψαε το κρίμα,
νά που βρήκε το θύμα της, άκακο θύμα! (*)

Α! πώς είχα σα μάνα κ’ εγώ λαχταρήσει
(είταν όνειρο κ’ έμεινεν, άχνα και πάει)
σαν και τ’ άλλα σου αδέρφια να σ’ είχα γεννήσει
κι από δόξες αλάργα κι αλάργ' από μίση!

Ένα κόκκινο σπίτι σ’ αβλή με πηγάδι...
και μια δράνα γιομάτη τσαμπιά κεχριμπάρι...
νοικοκύρης καλός να γυρνάς κάθε βράδι,
το χρυσό, σιγαλό και γλυκό σαν το λάδι.

Κι’ άμ’ ανοίγεις την πόρτα με πριόνια στο χέρι,
με τα ρούχα γεμάτα ψιλό ροκανίδι,
(άσπρα γένια, άσπρα χέρια) η συμβία περιστέρι
ν΄ανασαίνει βαθιά τ’ όλο κέδρον αγέρι.

Κ’ αφού λίγο σταθείς και το σπίτι γεμίσει
τον καλό σου τον ήσκιο, Πατέρα κι Αφέντη,
η ακριβή σου να βγάνει νερό να σου χύσει,
ο ανυπόμονος δείπνος με γέλια ν’ αρχίσει.

Κι ο κατόχρονος θάνατος θά φτανε μέλι
και πολλή φύτρα θά φηνες τέκνα κι αγγόνια
καθενού και κοπάδι, χωράφι κι αμπέλι,
τ’ αργαστήρι εκεινού, που την τέχνη σου θέλει.

Κατεβάζω στα μάτια τη μάβρην ομπόλια,
για να πάψει κι ο νους με τα μάτια να βλέπει...
Ξεφαντώνουν τ’ αηδόνια στα γύρο περβόλια,
λεϊμονιάς σε κυκλώνει λεπτή μοσκοβόλια.

Φέβγεις πάνου στην άνοιξη, γιέ μου καλέ μου,
Άνοιξή μου γλυκιά, γυρισμό που δεν έχεις.
Η ομορφιά σου βασίλεψε κίτρινη, γιε μου,
δε μιλάς, δεν κοιτάς, πώς μαδιέμαι, γλυκέ μου!

Καθώς κλαίει, σαν της πέρνουν το τέκνο, η δαμάλα,
ξεφωνίζω και νόημα δεν έχουν τα λόγια.
Στύλωσέ μου τα δυο σου τα μάτια μεγάλα:
τρέχουν αίμα τ’ αστήθια, που βύζαξες γάλα.

Πώς αδύναμη στάθηκε τόσο η καρδιά σου
στα λαμπρά Γεροσόλυμα Καίσαρας νά μπεις!
Αν τα πλήθη αλαλάζανε ξώφρενα (αλιά σου!)
δεν ηξέραν ακόμα ούτε ποιο τ’ όνομά σου!

Κει στο πλάγι δαγκάναν οι οχτροί σου τα χείλη...
Δολερά ξεσηκώσανε τ’ άγνωμα πλήθη
κι όσο ο γήλιος να πέσει και νά ρθει το δείλι,
το σταβρό σου καρφώσαν οι οχτροί σου κ’ οι φίλοι.

Μα γιατί να σταθείς να σε πιάσουν! Κι ακόμα,
σα ρωτήσανε: «Ποιος ο Χριστός;» τί πες «Νά με»!
Αχ! δεν ξέρει, τί λέει το πικρό μου το στόμα!
Τριάντα χρόνια παιδί μου δε σ’ έμαθ’ ακόμα!

Κώστας Βάρναλης, "Η μάνα του Χριστού" (από την συλλογή Φως που καίει. Εδώ η αντιγραφή έγινε από την συγκεντρωτική έκδοση: Κώστας Βάρναλης, Άπαντα τα ποιητικά 1904-1975, Κέδρος, 2015, σελ. 542)


Μπουργκάς, γενέτειρα του Βάρναλη: Αναμνηστική πλάκα προς τιμή του. ("Εδώ γεννήθηκε ο μεγάλος
έλληνας κομμουνιστής ποιητής και αγωνιστής της ειρήνης Κώστας Βάρναλης 1884-1974")

Τούτο το ποίημα κουβαλάει και μια ιστορία. Αν και η συλλογή "Φως που καίει" δημοσιεύθηκε το 1922 (με το ψευδώνυμο Δήμος Τανάλιας), η άκρως συντηρητική -αυτοπροσδιοριζόμενη και ως φιλολογική- εφημερίδα Εστία στο φύλλο της 10/11/1924 κατηγόρησε ευθέως τον ποιητή ως υβριστή της Παναγίας. Στην ουσία, τον Βάρναλη τον πήρε από σπόντα το κύμα που είχε σηκώσει ο συντηρητισμός κατά των δημοτικιστών τής εποχής (Γληνός, Δελμούζος, Ιορδανίδης, Ιμβριώτου κλπ). Το δημοσίευμα της Εστίας λειτούργησε ως καταλύτης για να ξεσπάσουν τα μεγάλα επεισόδια, που έμειναν στην ιστορία ως Μαρασλειακά. Απόρροια όλων αυτών ήταν να απολυθεί ο Βάρναλης από την θέση τού καθηγητού στην Μαράσλειο Παιδαγωγική Ακαδημία.

Το 1935, ο Βάρναλης απαντά σ' εκείνο το προ 11 ετών δημοσίευμα της Εστίας. Η απάντησή του σώζεται στην πολύτιμη έκδοση του Κέδρου "Κώστας Βάρναλης: Φιλολογικά απομνημονεύματα", την οποία επιμελήθηκε ο Κωστής Παπαγιώργης. Εκεί, ο ποιητής σημειώνει, μεταξύ άλλων:

Όποιος διάβασε το ποίημα της "Μάνας του Χριστού" δεν πιστεύω να συνάντησε πουθενά καμιά βρισιά. Αυτό το ποίημα έχει απαγγελθεί πολλές φορές από διάφορους μπροστά σε πολύν κόσμο κι ωστόσο όλοι συγκινηθήκανε και κανένας δε βρήκε την περίφημη βρισιά της "Εστίας". ΙΙρώτα-πρώτα θα ήτανε πολύ γελοίος άνθρωπάκος εκείνος, που θα μπορούσε να έχει προηγούμενα με τα υπερφυσικά όντα κάθε θρη­σκείας και κάθε μυθολογίας! Οσο για μένα όλες οι υπερφυσικότητες και οι μεταφυσικότητες είναι έξω από την πνευματική και από τη συναισθηματική ζωή μου. Αν η Παναγία μού κίνησε το ποιητικό μου ενδιαφέρο, είναι γιατί μπορούσε εύκολα να γίνει η Μάνα-Σύμβολο, ο τύπος όλων των μανάδων, που κλαίνε και δέρνονται, όταν τους αδικοσκοτώνουνε τα παιδιά τους, ο τύπος και το σύμβολο της πραγματικής μητρότητας, που μπορεί να φτάσει ίσαμε την έσχατη προστυχιά και ίσαμε το έγκλημα για να σώσει το πλάσμα της. Αυτό δεν ήτανε βρισιά ούτε ενάντια της μάνας ούτε ενάντια στα θεία! Ένας άθρησκος άνθρωπος δε βρίζει τα θεία (πώς να τα βρί­σει, αφού δεν τα πιστεύει!). Εκείνοι τα βρίζουνε, που και τα καπηλεύονται. Οι γνωστές βλαστήμιες "Το Χριστό σου! την Παναγία σου! τα πεθαμένα σου" είναι αποκλειστικό δικαίωμα και προνόμιο εκείνων που "πιστεύουνε" στα θεία και φοβούνται το θάνατο, όσο και την Αλήθεια! (...)

Δεν έχω καμιά πρόθεση ν' αποδείξω με λογικά και... άλλα επιχειρήματα, πως το Κράτος άδικα με έπαψε από καθηγητή, ενώ εγώ ήμουνα και καλός χριστιανός και καλός πατριώτης και καλός στρατιώτης! (Αυτές οι δύο τελευταίες ιδιότητες του υποδειγματικού πολίτη δε συμβιβάζονται συναμεταξύ τους. Ενας καλός πατριώτης δεν υπηρετεί ποτές στρατιώτης. Κόβει αυτός κι υπηρετούνε τα κορόιδα). Ομολογώ πως δεν έχω καμιά απ' αυτές τις τρεις καλοσύνες - κι ας σημειώνει το στρατιωτικό απολυτήριό μου "διαγωγή εξαίρετος"! Κι ομολογώ πως δίκαια με τιμώρησε το Κράτος, σύμφωνα με τη βαθύτερη, την πραγματική έννοια του όρου Δίκιο = "το του κρείττονος συμφέρον", δηλαδή το συμφέρο του δυνατότερου, αλλιώς "δίκαιον του ισχυρότερου". Και σε όλες τις ταξικές κοινωνίες, υλικά δυνατότερη είναι η κυρίαρχη τάξη, πνευματικά δυνατότεροι οι ιδεολόγοι της κυριαρχίας της και ηθικά δυνατότεροι οι λακέδες. Στην Ελλάδα αυτή η κυρίαρχη τάξη, με τους ιδεολόγους της και τους λακέδες της, ήτανε πάντα τρομαχτικά καθυστερημένη στον πολιτισμό, άρα τρομαχτικά αντιδραστική
.

----------------------------------------------
(*) Ακούστε τον ίδιο τον Βάρναλη να απαγγέλλει το ποίημά του και προσέξτε ότι η δεύτερη στροφή είναι τελείως αλλαγμένη:
Της οργής και του μίσους, τη θρέψαν οι αέρες
τὴ χαρά, της Λαοθάλασσας τούτης, που βόγγει.
Πόσες νύχτες λευκές, πόσες μαύρες ημέρες
οι κρυφές, οι μουγγές την εθρέψαν φοβέρες.
Δεν ξέρω πού, πότε και πώς προέκυψε αυτή η αλλαγή. Όμως, ο Βάρναλης συνήθιζε να κοιτάζει, να ξανακοιτάζει, να διορθώνει και να ξαναδιορθώνει τα ποιήματά του.

4 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Η ΕΠΙΓΡΑΦΗ ΣΤΗΝ ΑΝΑΜΝΗΣΤΙΚΗ ΠΛΑΚΑ

Θοδωρή, η ακριβής μετάφραση από τα βουλγαρικά του κειμένου της επιγραφής στην αναμνηστική πλάκα που έχει τοποθετηθεί εκεί που άλλοτε βρισκόταν το σπίτι στον Πύργο της Βουλγαρίας, όπου γεννήθηκε ο Κώστας Βάρναλης, έχει ως εξής:

ТУК БЕ РОДНАТА КЪЩА НА ГОЛЕМИЯ ГРЪЦКИ ПОЕТ-КОМУНИСТ И БОРЕЦ ЗА МИР КОСТАС ВАРНАЛИС 1884 1974

ΕΔΩ ΒΡΙΣΚΟΤΑΝ ΤΟ ΓΕΝΕΘΛΙΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΕΛΛΗΝΑ ΠΟΙΗΤΗ–ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΗ ΚΑΙ ΑΓΩΝΙΣΤΗ ΤΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΩΣΤΑ ΒΑΡΝΑΛΗ 1884 1974

Καλή Ανάσταση και καλό Πάσχα!

Μη Απολιθωμένος (ακόμα!) από τις ακτές της Ανατολικής Βαλτικής

Teddy είπε...

Το ξέρω, καλέ μου Μη Απολιθωμένε! Προτίμησα, όμως, να αποδώσω το περιεχόμενο όπως θα το γράφαμε στα ελληνικά και όχι κατά λέξη. Εμείς, αντί για "γενέθλιο σπίτι", θα γράφαμε "το σπίτι που γεννήθηκε" αλλά ας μη το κάνουμε θέμα. Άλλωστε, οι μεταφράσεις είναι σαν τις γυναίκες: όταν είναι πιστές, δεν είναι ωραίες και όταν είναι ωραίες δεν είναι πιστές! *γέλια* Όπως και νά 'χει...

... Καλή Ανάσταση (πραγματικάκαι μεταφορικά)!

ΥΓ: Τώρα αν σου πω ότι, την ώρα που έγραφα την λεζάντα, στοιχημάτισα πως θα σχολιάσεις, θα με πιστέψεις; *περισσότερα γέλια*

Ανώνυμος είπε...

ΑΔΙΚΟ ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ, ΘΟΔΩΡΗ

Άδικο δεν έχεις, Θοδωρή, έτσι είναι με τις μεταφράσεις: «όταν είναι πιστές, δεν είναι ωραίες και όταν είναι ωραίες δεν είναι πιστές». Τώρα αν οι μεταφράσεις μοιάζουν ως προς την πιστότητά τους με τις ωραίες γυναίκες, αυτό είναι θέμα προς συζήτηση: ας αναλογιστούμε την περίπτωση της ομηρικής Πηνελόπης κι ας πούμε πως κι εδώ ίσως έχουμε την εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα…

Κι εγώ αρχικά μετάφρασα το βουλγαρικό «родната къща» ως το «σπίτι που γεννήθηκε». Μετά διαβάζοντας την πρόσφατη είδηση του ΑΠΕ–ΜΠΕ για τα εγκαίνια τις προάλλες της Οικίας Μάνου Χατζηδάκι στην Ξάνθη (http://ireporterworld.com/archives/48427), προσάρμοσα την μετάφραση «προς το πιστότερον», υπακούοντας από μακρόχρονη επιστημονική-θεωρητική αλλά κι επαγγελματική τριβή με το μεταφραστικό πρόβλημα σ’ ό,τι μας συνιστούσαν πριν από πολλές δεκαετίες εδώ που ζω οι σεβαστοί καθότι προ πολλού μεταστάντες εις τας αιωνίους μονάς πανεπιστημιακοί μας δάσκαλοι: Man soll so treu wie möglich und so frei wie nötig übersetzen, δηλ. για τους και τις μη γερμανομαθείς: Οφείλουμε να μεταφράζουμε τόσο πιστά όσο γίνεται κι τόσο ελεύθερα όσο επιβάλλεται. Ελπίζω να μην έπεσα και πολύ έξω ή να μην το παραξήλωσα *ηχηρός γέλως*

Αλλά μιας και ο λόγος περί Κώστα Βάρναλη, επίτρεψέ μου να αναφερθώ επιτροχάδην στον μεταφραστή Βάρναλη επισημαίνοντας ένα σχετικό απόσπασμα από άρθρο («Το ήθος της τέχνης»: «Ριζοσπάστης», 15/5/1983) του θεμελιωτή των βαρναλικών σπουδών στην Ελλάδα, Μιχάλη Μ. Παπαϊωάννου (πρβ. Μ. Μ. Παπαϊωάννου, Κώστας Βάρναλης – Μελέτες, Δεύτερη έκδοση, «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 2011, σελ. 108): «Ας έχουμε υπόψη μας, πως ήταν από τους άριστους φιλολόγους που διέθετε η εκπαίδευσή μας και η Ελλάδα, πως λογαριαζόταν ανάμεσα στους λίγους γνώστες της αρχαίας ελληνικής γλώσσας. Μετάφραζε αρχαίους τραγικούς και κωμικούς απευθείας από το αρχαίο κείμενο, και όχι από μεταφράσεις στα γαλλικά ή σε άλλη ξένη γλώσσα, όπως συνηθίζεται, εδώ που τα λέμε…». Στην συνέχεια ο Παπαϊωάννου παραθέτει ένα ανέκδοτο του ίδιου του Βάρναλη από τα «Τριάντα χρόνια φιλολογικής ζωής», ανέκδοτο που σχετίζεται με τις μεταφραστικές επιδόσεις του Βάρναλη και το οποίο ο Παπαϊωάννου επιβεβαιώνει από αφήγηση κοινού φίλου που παρίστατο στο επεισόδιο. Βέβαια για τους ρέκτες και τις ρέκτειρες όπως και για τους παροικούντες και τις παροικούσες την Ιερουσαλήμ ελάχιστα κρύβεται η σπόντα ―για να μην πούμε μπηχτή― του Παπαϊωάννου για τον Γιώργο Σεφέρη, ο οποίος άσχετα με τις πραγματικές μεταφραστικές του ικανότητες ―είχε εξάλλου δάσκαλο αρχαίων ελληνικών στην Σμύρνη τον Δημήτρη Γληνό― και το σημαντικό μεταφραστικό του έργο, πάντα χρησιμοποιούσε ―σε αντίθεση με τον Βάρναλη― κείμενα αρχαίων ελλήνων συγγραφέων με παράλληλη μετάφραση σε ξένη γλώσσα (τις περισσότερες φορές στα γαλλικά των εκδόσεων Budé/Les Belles Lettres)…

Να ’σαι πάντα καλά και Καλή σου και Καλή μας, πραγματική και μεταφορική, Ανάσταση!

Μη Απολιθωμένος (ακόμα!) από τις ακτές της Ανατολικής Βαλτικής

Ανώνυμος είπε...

Ελπίζοντας να αρέσει στον παλιό, καλό κι αγαπημένο μας Δάσκαλο.

Ελλαδογραφία - 1976

Τω καιρώ εκείνο ο ακμαιότερος κλάδος της πελασγικής δρυός
εκάλυπτε τρεις οικισμούς πέριξ του μυστηριώδους Βράχου της Ακροπόλεως.
Αλλά μετά τα δραματικά γεγονότα της Μεσοποταμίας, τα οποία οδήγησαν
εις την έξωσιν των πρωτοπλάστων εκ της κοιλάδος του Τίγρεως και
προεκάλεσαν σύγχυσιν εις τας φρένας των ανθρώπων, οι οικισμοί
των Αθηνών ήρχισαν να πληθύνονται παραλόγως.
Αποτέλεσμα υπήρξεν η αλματώδης επέκτασις της πόλεως και η δημιουργία
του λεγομένου άστεως, το οποίο κατά τους αρχαιοπλήκτους ιστορικούς
εμεγαλούργησε και περιεβλήθη την αίγλην της αιωνιότητος.

Επίσκοποι και προεστοί
κατακτητές και στρατηλάτες
επαναστάτες και αστοί
της ιστορίας οι πελάτες.

Αλλά οι αρχαίοι Θεοί, εν τη μερίμνη των δια τα υπόλοιπα πελασγικά
φύλα, απεφάσισαν την βαθμιαία κατάρρευσιν των Αθηνών ως ηγέτιδος
πόλεως και την απαλλαγήν του Ελληνισμού, ως εθνικού πλέον συνόλου,
εκ των κινδύνων του συγκεντρωτισμού. Κατά τους επόμενους μακρούς αιώνας
κατεβλήθησαν αρκεταί προσπάθειαι δια την αναβίωσιν του παλαιού άστεως,
αλλ’ αύται απέβησαν άκαρποι. Ευτυχώς δε, διότι κατά την νεωτέραν και σκληροτέραν δοκιμασίαν
του γένους, η εκ νέου κυριαρχία των Αθηνών θα απεδυνάμωνε τας
κορυφάς και τας πεδιάδας της πελασγικής γης,
αι οποίαι διεμόρφωσαν την οριστικήν φυσιογνωμίαν της φυλής και κατηύγασαν
δι’ ανεσπέρου φωτός τους ομιχλώδεις ορίζοντας της
περιδεούς ανθρωπότητος.

Στο Σούλι και στην Αλαμάνα
κάναμε φως τη συμφορά
θα μας θυμούνται τάχα μάνα
καμιά φορά;

Ματαία ελπίς. Ουδείς τους ενεθυμήθη ως ζωσας αιωνιότητας,
ουδείς τους κατενόησεν εις τας πραγματικάς των διαστάσεις. Και αι
Αθήναι, καταστάσαι πρωτεύουσα νεοπαγούς κράτους, ήρχισαν να
προετοιμάζονται δια την εκ νέου απορρόφησιν της ικμάδος του έθνους.
Αλλά η προγονική κληρονομία δεν είχεν εξ ολοκλήρου σπαταληθή και
οι μεταγενέστεροι αδελφοί του μικρού Χορμόπουλου, εκ των Ηπειρωτικών
ορέων και εξ όλων των στενωπών της αθανάτου πατρίδος, διέπλευσαν την
Αχερουσίαν της μοίρας των με την γαλήνην του μαρτυρίου και της θυσίας.
Και τα βαρβαρικά έθνη ηπόρησαν και κατ’ ιδίαν εκάγχασαν ακριβώς όπως
αι Αθήναι.

Χτυπάτε της οργής προφήτες
καμπάνα στην Καισιαριανή
νά `ρθουν απόψε οι Διστομίτες
νά `ρθουν κι οι Καλαβρυτινοί
με σπαραγμό κι απελπισία
για τη χαμένη τους θυσία.

Άραγε είναι αληθές ότι η θυσία των απέβη επί ματαίω;
Ουδείς δύναται να αποφανθή μετά βεβαιότητος και ουδείς δύναται να
προεξοφλήση το μέλλον διότι η ιστορία των ανθρώπων είμαι μία
συνεχής παλινδρόμησις. Αλλά με την διαρκώς ογκούμενην υπερτροφίαν της
Αττικής αι προοπτικαί διαγράφονται σκοτειναί. Οι αρχαίοι Θεοί δεν
υπάρχουν πλέον δια να δώσουν την λύσιν, και ούτω, θάττον η βράδυον,
αι Αθήναι θα συγκεντρώσουν εις τους κόλπους των και θα εξαφανίσουν δια
παντός την Ελληνικήν αρετήν, ως ο Κρόνος εις το απώτατον παρελθόν
κατέτρωγε τα ίδια αυτού τέκνα ή ως ο Ήλιος εις το απώτατον μέλλον θα
συγκεντρώσει εις τας αγκάλας του τους πλανήτας του
και θα καταβροχθίσει αυτούς!
Γένοιτο! και εις τους αιώνας των αιώνων αμήν.

Πότε θ’ ανθίσουνε τούτοι οι τόποι;
Πότε θα `ρθούνε κανούργιοι ανθρώποι
να συνοδεύσουνε την βλακεία
στην τελευταία της κατοικία;

Νίκος Γκάτσος

Και μελοποιημένη :

https://youtu.be/BXr63ykYcHo?t=56

Μουσική : Μάνος Χατζιδάκις
Ερμηνεία : Μίκης Θεοδωράκης