To Cogito ergo sum συλλογάται λέφτερα και στο ηλεκτρονικό περιοδικό Ατέχνως.
Πνευματικά δικαιώματα δεν υπάρχουν. Οι ιδέες πρέπει να κυκλοφορούν ελεύθερα. Άρα, η αντιγραφή επιτρέπεται.

Η γλώσσα κόκκαλα τσακίζει

(...) ας ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα, ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα κι ο ουρανός, ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό κι ο αέρας, ας ιδιωτικοποιηθεί η δικαιοσύνη και ο νόμος, ας ιδιωτικοποιηθεί το σύννεφο που περνάει, ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο, ειδικά αν γίνεται μέρα και με τα μάτια ανοιχτά. Και τελικά, για να ολοκληρωθούν οι ιδιωτικοποιήσεις, ας ιδιωτικοποιηθούν και τα κράτη, παραδίδοντας για κάποιο χρονικό διάστημα την εκμετάλλευσή τους σε ιδιωτικές εταιρείες, που θα λειτουργούν σε καθεστώς διεθνούς ανταγωνισμού. Εκεί βρίσκεται η σωτηρία τού κόσμου...

Και τώρα, ας ιδιωτικοποιηθεί επίσης και η πουτάνα που τους γέννησε όλους.


[Ζοζέ Σαραμάγκου, "Τετράδια του Λαντσαρότε - Ημερολόγιο ΙΙΙ, 1993-1995" - Μετάφραση από τα πορτογαλικά: Cogito ergo sum]

29 Απριλίου 2016

Νικηφόρος Βρεττάκος: "Ελεγείο πάνω στον τάφο ενός μικρού αγωνιστή"

Πάνω στο χώμα το δικό σου λέμε τ᾿ όνομά μας.
Πάνω στο χώμα το δικό σου σχεδιάζουμε τούς κήπους και τις πολιτείες μας.
Πάνω στο χώμα σου είμαστε. Έχουμε πατρίδα.

Έχω κρατήσει μέσα μου τη ντουφεκιά σου.
Γυρίζει μέσα μου ο φαρμακερός ήχος του πολυβόλου.
Θυμάμαι την καρδιά σου που άνοιξε κ᾿ έρχονται στο μυαλό μου
κάτι εκατόφυλλα τριαντάφυλλα
που μοιάζουνε σαν ομιλία του απείρου προς τον άνθρωπο.
Έτσι μας μίλησε η καρδιά σου.
Κ᾿ είδαμε πως ο κόσμος είναι μεγαλύτερος,
κ᾿ έγινε μεγαλύτερος για να χωρά η αγάπη.

Το πρώτο σου παιγνίδι: Εσύ.
Το πρώτο σου αλογάκι: Εσύ.
Έπαιξες τη φωτιά. Έπαιξες το Χριστό.
Έπαιξες τον Αη-Γιώργη και το Διγενή.
Έπαιξες τους δείκτες τού ρολογιού που κατεβαίνουνε απ᾿ τα μεσάνυχτα.
Έπαιξες τη φωνή της ελπίδας, εκεί που δέν υπήρχε φωνή.
Η πλατεία ήταν έρημη. Η πατρίδα είχε φύγει.
Ήταν καιρός! Δε βάσταξε η καρδιά σου περισσότερο
ν᾿ ακούς κάτω απ᾿ τη στέγη σου τ᾿ ανθρώπινα μπουμπουνιτά της Ευρώπης!
Άναψες κάτω απ᾿ το σακκάκι σου το πρώτο κλεφτοφάναρο.
Καρδιά των καρδιών! Σκέφτηκες τον ήλιο και προχώρησες...

Ανέβηκες στο πεζοδρόμιο κ᾿ έπαιξες τον άνθρωπο!
Νικηφόρος Βρεττάκος, "Ελεγείο πάνω στον τάφο ενός μικρού αγωνιστή" (από την συλλογή Η παραμυθένια πολιτεία. Εδώ η αντιγραφή έγινε από την τον πρώτο τόμο της τρίτομης συγκεντρωτικής έκδοσης: Νικηφόρος Βρεττάκος, Τα ποιήματα, εκδόσεις Τρία Φύλλα, 1999, συν. σελ. 1290)

Ο Νικηφόρος Βρεττάκος με τον Άγγελο Σικελιανό (Πειραιάς, 1949). Η φωτογραφία
φέρει ιδιόχειρη αφιέρωση του Σικελιανού στην κόρη τού Βρεττάκου Ευγενία.

Δεν με πειράζει καθόλου να παραδεχτώ πως αγαπώ την ποίηση του Βρεττάκου. Ώρες-ώρες μου φαίνεται πως οι στίχοι του ξεχειλίζουν από ανθρωπιά μ' έναν τρόπο που δύσκολα συναντάμε σε άλλους ποιητές. Μακάρι να είχε εξελιχθεί διαφορετικά η διαδικασία μιας από τις τέσσερις φορές που προτάθηκε για Νόμπελ λογοτεχνίας, ώστε να βρισκόταν σήμερα και επίσημα στο πλάι τού Ελύτη και του Σεφέρη. Αλλά κι εκεί που βρίσκεται, καλά είναι. Έχει πλάι του τον Ρίτσο.

Για να εκτιμήσουμε σωστά το "Ελεγείο πάνω στον τάφο ενός μικρού αγωνιστή", πρέπει να έχουμε κατά νου πως γράφτηκε αμέσως μετά την κατοχή (η συλλογή "Η παραμυθένια πολιτεία" εκδόθηκε το 1947). Είναι, λοιπόν, προφανές ότι ο Βρεττάκος αφιερώνει τούτο το ποίημα στους νέους ανθρώπους που έδωσαν την ζωή τους στον αγώνα για την απελευθέρωση της πατρίδας.


Κι επειδή σήμερα είναι "η μικροτάτη Παρασκευή πάλι σε βαφή Μεγάλης βουτηγμένη" (καταπώς λέει η Κική Δημουλά), ας κλείσουμε τούτο το σημείωμα με μερικά αποσπάσματα απ' όσα είπε το 1987 ο Νικηφόρος Βρεττάκος στην εκπομπή της ΕΡΤ "Περιμένοντας την ανάσταση":
 
Ο Νικηφόρος Βρεττάκος σε διαδήλωση.
Η άγνωστης χρονολογίας φωτογραφία προέρχεται από το
αρχείο που χάρισε ο ποιητής στην Βιβλιοθήκη Σπάρτης.

Η εβδομάδα των παθών με τα δρώμενά της αποτελεί κάτι σαν μια σύνοψη σπαραγμού που περικλείνει μιαν ολόκληρη ευρύτατη τραγωδία. Περικλείνει ολόκληρη την ιστορία του ανθρώπινου όντος, που δεν έπαψε κατά τόπους να συνωστίζεται μπροστά σε μιαν ελπίδα, μπροστά σ' ένα φως, μπροστά σε μια δύναμη που, αν γινότανε δύναμη των αδυνάτων, θα τον γλίτωνε από τα βάσανά του, από την αδικία, από τον εξευτελισμό, από την ένδεια, από το μαρτύριο, από τον πόλεμο.

Υπάρχουν ακόμα και σήμερα λαοί που ζουν μια συνεχή Μεγάλη Παρασκευή. Μέσα στην ρήση αυτή, στο "Ίδε ο άνθρωπος", επικεντρώνονται όλοι οι αδικημένοι της γης, οι μάρτυρες, που στο παρελθόν υπήρξαν πολλοί, τόσοι πολλοί ώστε να μην υπάρχει αριθμός να τους συμπεριλάβει για να μπορέσει να τους χωρέσει έστω και αθροιστικά η Ιστορία. Και το χειρότερο είναι ότι στον αναρίθμητο αυτό αριθμό εξακολουθούν να προσθέτονται και άλλοι αριθμοί που είναι αδύνατο να υπολογιστούν.

Οι ρωμαίοι (που, κάτω από την τυραννία τους, τα πλήθη εκείνης της εποχής ζητούσαν μιαν έξοδο διαφυγής), οι Καγιάφες και οι Ηρώδηδες εξακολουθούν να υπερβασιλεύουν και σήμερα. Κι εξακολουθούν να είναι αδυσώπητοι απέναντι στην ευγένεια των ιδεών, ακόμη κι απέναντι στην ίδια την θεότητα, που μπορεί να τους φέρει εμπόδια στα αντιανθρώπινα σχέδιά τους. (...)

2 σχόλια:

ΝΙΚΟΣ ΜΗΧΑΝΟΛΟΓΟΣ είπε...

Ετσι, για λίγη αποτοξίνωση ακόμα:

«Ποτέ πριν…»
«Ποτέ πρίν δεν ακούστηκαν οι θείες καμπάνες να χτυπούν
γι’ αυτούς που λείπουν.
Ποτέ πριν δεν άναψαν οι γιορτινές λαμπάδες της Λαμπρής,
γι’ αυτούς που για πάντα λείπουν.
Ποτέ πριν, σαν απόψε, δεν κατεπόθη ο θάνατος εις νείκος,
γι’ αυτούς που λείπουν, αποδημητές, στη χώρα του πολέμου!



Ποτέ πριν!.. Αυτοί την αρμονία δίνουν στις καμπάνες.
Ανάβουν τις λαμπάδες της Λαμπρής. Νικούν το θάνατο
με την αιωνιότητά τους!



Κάθονται στο τραπέζι του δείπνου μας, θλιμμένοι,
σαν ανάμνηση από τόσα χώματα πλημμυρισμένα.
Ωραίοι σαν το θαύμα του Ευαγγελίου.
Σα μια κραυγή χαράς
Χριστός Ανέστη!



Κι αυτές οι θείες καμπάνες
είναι τα λόγια τους.
Κι αυτές οι κόκκινες λαμπάδες
είναι το βλέμμα τους.
Κι αυτή η λεπτή κλωστή στα δάχτυλά τους
είναι η ζωή μας. Ολοι, νεκροί και ζωντανοί,
γύρω στο γιορτινό τραπέζι της Λαμπρής. Στην
κεφαλή του τραπεζιού
ο Αναστάς Χριστός!»
ΔΕΠΟΥΝΤΗΣ ΙΑΣΟΝΑΣ (Πειρατής και Οδυσσέας της ποίησης)

ΝΙΚΟΣ ΜΗΧΑΝΟΛΟΓΟΣ είπε...

Βάρναλης και πάλι

«Οι πόνοι της Παναγιάς»

«Πού να σε κρύψω, γιόκα μου, να μη σε φτάνουν οι κακοί;
Σε ποιο νησί του Ωκεανού, σε ποια κορφήν ερημική;
Δε θα σε μάθω να μιλάς και τ’ άδικο φωνάξεις
Ξέρω πως θάχεις την καρδιά τόσο καλή, τόσο γλυκή,
που με τα βρόχια της οργής ταχιά θενά σπαράξεις.



Τη νύχτα θα σηκώνομαι κι αγάλια θα νυχοπατώ,
να σκύβω την ανάσα σου ν’ ακώ, πουλάκι μου ζεστό
να σου τοιμάζω στη φωτιά γάλα και χαμομήλι,
κ’ υστέρα απ’ το παράθυρο με καρδιοχτύπι να κοιτώ
που θα πηγαίνεις στο σκολιό με πλάκα και κοντύλι…



Κι αν κάποτε τα φρένα σου μ’ αλήθεια, φως της αστραπής,
χτυπήσει ο Κύρης τ’ ουρανού, παιδάκι μου να μη την πεις
Θεριά οι ανθρώποι, δεν μπορούν το φως να το σηκώσουν
Δεν είν’ αλήθεια πιο χρυσή σαν την αλήθεια της σιωπής.
Χίλιες φορές να γεννηθείς, τόσες θα σε σταυρώσουν!»