To Cogito ergo sum συλλογάται λέφτερα και στο ηλεκτρονικό περιοδικό Ατέχνως.

Η γλώσσα κόκκαλα τσακίζει

(...) ας ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα, ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα κι ο ουρανός, ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό κι ο αέρας, ας ιδιωτικοποιηθεί η δικαιοσύνη και ο νόμος, ας ιδιωτικοποιηθεί το σύννεφο που περνάει, ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο, ειδικά αν γίνεται μέρα και με τα μάτια ανοιχτά. Και τελικά, για να ολοκληρωθούν οι ιδιωτικοποιήσεις, ας ιδιωτικοποιηθούν και τα κράτη, παραδίδοντας για κάποιο χρονικό διάστημα την εκμετάλλευσή τους σε ιδιωτικές εταιρείες, που θα λειτουργούν σε καθεστώς διεθνούς ανταγωνισμού. Εκεί βρίσκεται η σωτηρία τού κόσμου...

Και τώρα, ας ιδιωτικοποιηθεί επίσης και η πουτάνα που τους γέννησε όλους.


[Ζοζέ Σαραμάγκου, "Τετράδια του Λαντσαρότε - Ημερολόγιο ΙΙΙ, 1993-1995" - Μετάφραση από τα πορτογαλικά: Cogito ergo sum]

27 Απριλίου 2016

27/4/1941: Οι γερμανοί στην Αθήνα

Αθήνα. Πριν εβδομήντα πέντε χρόνια, σαν σήμερα. Ώρα 8 το πρωί ακριβώς. Στους Αμπελόκηπους φτάνουν δυο κρατικά αυτοκίνητα, από τα οποία αποβιβάζονται ο δήμαρχος αθηναίων Αμβρόσιος Πλυτάς, ο δήμαρχος πειραιωτών Μιχάλης Μανούσκος, ο νομάρχης Αττικοβοιωτίας Κωνσταντίνος Πεζόπουλος και ο φρούραρχος Αθηνών υποστράτηγος Χρήστος Καβράκος. Οι τέσσερίς τους αποτελούν την επιτροπή παράδοσης της Αθήνας στους γερμανούς. Έχουν μαζί τους ως διερμηνέα και τον γερμανομαθή συνταγματάρχη Κωνσταντίνο Κανελλόπουλο αλλά λείπει το πέμπτο μέλος της επιτροπής, αυτός τον οποίο είχαν ορίσει για πρόεδρό της, χωρίς όμως να τον ρωτήσουν: ο αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος. Ο Χρύσανθος μένει πιστός στο πατριωτικό του φρόνημα και αρνείται να παραδώσει την πόλη στους κατακτητές.

Παρένθεση. Λίγο αργότερα, ο Χρύσανθος θα αρνιόταν να ορκίσει την δωσίλογη κυβέρνηση του Γεωργίου Τσολάκογλου, λέγοντας ότι "δεν μπορώ να ορκίσω κυβέρνηση προβληθείσα από τον εχθρό, εμείς γνωρίζουμε ότι τις Κυβερνήσεις τις ορίζει ο λαός ή ο βασιλεύς". Οι γερμανοί, που του τα είχαν μαζεμένα από το διάγγελμα που είχε εκφωνήσει όταν η Γερμανία κήρυξε τον πόλεμο κατά της Ελλάδας, τον απομάκρυναν από τον αρχιεπισκοπικό θρόνο στις 2 Ιουνίου 1941, με συντακτική πράξη της κατοχικής κυβέρνησης. Η ιερά σύνοδος ανέλαβε να κρατήσει το ίσο, βγάζοντας άκυρη την εκλογή του ως αρχιεπισκόπου. Κλείνει η παρένθεση.

Αριστερά: Μέσα στην τρελλή χαρά, ο Καβράκος παραδίδει την Αθήνα στους γερμανούς.
Δεξιά: Τρίκαλα. Η πατρίς ευγνωμονούσα... Η πόλη έχει και στρατόπεδο αλλά και οδό Καβράκου.

Οι πέντε κάθονται στο κεφενεδάκι "Παρθενών" (Αλεξάνδρας και Κηφισίας) και περιμένουν. Λίγο αργότερα, φτάνουν στους Αμπελόκηπους δυο γερμανικά τεθωρακισμένα αυτοκίνητα, ερχόμενα από την Ακρόπολη, όπου λίγο πρωτύτερα συμμετείχαν στην ύψωση της σβάστικας. Ο Καβράκος ζητάει να μάθει πότε θα φτάσει ο αρμόδιος για την παράδοση γερμανός διοικητής, ο αντισυνταγματάρχης Όττο φον Σέιμπεν. Ο φον Σέιμπεν είναι ακόμη στο Μπογιάτι και θα πάρει πάνω από δυο ώρες ώσπου να έρθει.

Τελικά, το πρωτόκολλο παράδοσης της Αθήνας στους γερμανούς υπογράφεται στις έντεκα παρά τέταρτο. Ο φον Σέιμπε αναλαμβάνει αμέσως καθήκοντα προσωρινού φρουράρχου. Ο πρέσβυς της Γερμανίας στην Αθήνα, πρίγκηπας Βίκτωρ φον Έρμπαχ ορίζεται από τον ίδιο τον Χίτλερ ως προσωρινός διοικητής της Ελλάδας. Ο Καβράκος, όπως όλοι οι αξιωματικοί, θεωρείται μεν αιχμάλωτος πολέμου αλλά αποχωρεί ελεύθερος, με το ξίφος του. Πλυτάς και Μανούσκος παραμένουν στις θέσεις τους με πλήρεις εξουσίες. Ο Πλυτάς δέχεται την "τιμή" (δεν φαντάζεται ότι λίγες εβδομάδες αργότερα, στις 6 Ιουνίου, θα παυόταν από τα καθήκοντά του με το ΝΔ 132) και επιστρέφει στο δημαρχείο, απ' όπου εκδίδει την εξής ανακοίνωση:
Ο Δήμαρχος Αθηναίων, επιφορτισθείς υπό της Γερμανικής Κατοχής με όλας τας εξουσίας εν τη πόλει των Αθηνών, ανακοινοί ότι σήμερον Κυριακήν, 27ην Απριλίου και ώραν 8ην π.μ. τα γερμανικά στρατεύματα εισήλθον εις την πόλιν των Αθηνών και έλαβον κατοχήν αυτής. Υπό των επί κεφαλής των γερμανικών στρατευμάτων παρεσχέθησαν κατηγορηματικαί διαβεβαιώσεις ότι ο πληθυσμός των Αθηνών δεν έχει να φοβήται απολύτως τίποτε. Καλούμεν πάντας όπως επιδείξωσι τάξιν, αξιοπρέπειαν και ευγένειαν. Ο Δήμαρχος Αθηναίων εντέλλεται όπως, από της ώρας ταύτης, επαναληφθή ομαλώς η κανονική ζωή της πόλεως. Προς τούτο:
1. Τα καταστήματα τα κανονικώς κατά Κυριακήν ανοικτά, ν’ ανοίξουν αμέσως.
2. Να αρχίση αμέσως η κυκλοφορία του λαού ανά την πόλιν, επιτρεπομένης ταύτης μέχρι της 11ης νυκτερινής. Από της 11ης νυκτερινής (ώρα Ελλάδος) μέχρι της 6ης πρωινής απαγορεύεται η κυκλοφορία εις τας οδούς. Αι αστυνομικαί αρχαί δύνανται υπ’ ευθύνην των να εκδώσουν αδείας κυκλοφορίας και κατά τας υπολοίπους ώρας, όταν υπάρχη ανάγκη.
3. Η Χωροφυλακή και η Αστυνομία Πόλεων να διατηρήσουν τα όπλα των προς τήρησιν της τάξεως.
4. Οι κατέχοντες όπλον οιονδήποτε πολεμικόν, κυνηγετικόν, πιστόλιον ή άλλο, να το παραδώσουν αμέσως εις τα οικεία αστυνομικά τμήματα επί αποδείξει.
5. Όπου υψούται ελληνική σημαία, πρέπει δεξιά της να υψούται και η γερμανική.
6. Εφημερίδες δύνανται να εκδοθούν και κυκλοφορήσουν κατά τας κανονικάς των ώρας και εκδόσεις.
7. Υποχρεούνται πάντες όπως δέχονται κατά τας συναλλαγάς τα γερμανικά τραπεζογραμμάτια με τιμήν 50 δρχ. κατά μάρκον.
8. Αύριον Δευτέραν πάντες οι υπάλληλοι δημόσιοι, δημοτικοί κλπ. να είναι εις τας θέσεις των και πάντες οι άλλοι εις τας εργασίας των.
9. Το Φρουραρχείον των στρατευμάτων Γερμανικής Κατοχής εγκατεστάθη εις το επί της πλατείας Συντάγματος ξενοδοχείον “Κινγκ Τζωρτζ”. Το Στρατηγείον εις το ξενοδοχείον “Μεγάλης Βρετανίας”.
Η παραπάνω ανακοίνωση μεταδόθηκε κατ' επαναληψη από το ραδιόφωνο, για να πείσει τους αθηναίους ότι όλα θα πάνε καλά. Όμως, η συντριπτική πλειοψηφία του λαού προτίμησε να κρατήσει στην μνήμη του όχι τις διαβεβαιώσεις τού Πλυτά αλλά τις παραινέσεις τού αξέχαστου εκφωνητή τού ραδιοφώνου Κωνσταντίνου Σταυρόπουλου, ο οποίος είχε μιλήσει στις καρδιές τους λίγο νωρίτερα (*):

Εδώ ελεύθεραι ακόμα Αθήναι…
Έλληνες! Οι Γερμανοί εισβολείς ευρίσκονται εις τα πρόθυρα των Αθηνών.
Αδέλφια! Κρατήστε καλά μέσα στην ψυχή σας το πνεύμα του μετώπου.
Ο εισβολεύς εισέρχεται με όλας τας προφυλάξεις εις την έρημον πόλιν με τα κατάκλειστα σπίτια.
Έλληνες! Ψηλά τις καρδιές!

Προσοχή! Προσοχή!
Η πρωτεύουσα περιέρχεται εις χείρας των κατακτητών. Επάνω εις τον Ιερόν Βράχον της Ακροπόλεως δεν κυματίζει πλέον υπερήφανη η γαλανόλευκος. Αντ’ αυτής εστήθη το λάβαρον της βίας. Ο φρουρός της σημαίας μας, διαταχθείς να την υποστείλει διά να ανυψωθεί η γερμανική, ηυτοκτόνησε ριφθείς εις το κενόν από του σημείου όπου ευρίσκετο η γαλανόλευκος.
Ζήτω η Ελλάς!

Προσοχή!
Ο Ραδιοφωνικός Σταθμός Αθηνών ύστερα από λίγο δεν θα είναι ελληνικός. Θα είναι γερμανικός και θα μεταδίδει ψέμματα!
Έλληνες! Μην τον ακούτε!
Ο πόλεμός μας συνεχίζεται και θα συνεχισθεί μέχρι της τελικής νίκης!
Ζήτω το Έθνος των Ελλήνων!

Ο Κωνσταντίνος Σταυρόπουλος σε μεταγενέστερη φωτογραφία από στούντιο του Ζαππείου.

Αντίθετα προς τις υπερήφανες παραινέσεις τού Σταυρόπουλου, το Ελεύθερον Βήμα φροντίζει, δυο μέρες αργότερα, να ενημερώσει τον λαό: ντός εικοσιτετραώρων η κατάληψις της χώρας μας θα έχει συμπληρωθή. Ετσι η Ελλάς βγαίνει από τον πόλεμο. Και βγαίνει οριστικώς από τον πόλεμον, καθ' ον τρόπον εβγήκαν όλαι σχεδόν αι χώραι της ηπειρωτικής Ευρώπης". Με τον Λαμπράκη συμφωνεί και ο Βλάχος, ο οποίος γράφει την ίδια μέρα στην Καθημερινή του ότι "λήξαντος του πολέμου, διά την Ελλάδα τουλάχιστον, ανοίγεται η περίοδος της ειρήνης και της εντός των πλαισίων της ειρήνης αυτής παραγωγικής δραστηριότητος".

Ευτυχώς, ο λαός προτίμησε να ακούσει τον Σταυρόπουλο...

-------------------------------------------------------
(*) Το 1941, οι εκπομπές του ραδιοφώνου δεν ηχογραφούνταν. Πολύ περισσότερο δε, δεν ήταν δυνατόν να ηχογραφηθούν τα αυθόρμητα λόγια ενός εκφωνητή λίγο πριν οι κατακτητές καταλάβουν τον σταθμό εκπομπής. Τα γνωστά σε όλους μας μηνύματα του Σταυρόπουλου, λοιπόν, ειπώθηκαν μεν τότε αλλά ηχογραφήθηκαν από τον ίδιο πολλά χρόνια μετά, για τις ανάγκες του δίσκου "Ο Μεγάλος Πόλεμος", τον οποίο έβγαλε το 1967 ο Γιώργος Κάρτερ.

3 σχόλια:

Thumomenos είπε...

Θοδωρή βλέπεις κάποιες ομοιότητες του χθες και του σήμερα?, δεν περιμένω απάντηση... νομίζω ότι έχω μια, ο δήμαρχος Πλυτάς του τότε ειναι οι Μπάμπηδες, οι Άρηδες, οι Πρετεντέρηδες και όλος αυτός ο συρφετός του σήμερα, το "Ελευθερον Βήμα" και η "Καθημερινή" του τότε ειναι το "Βήμα" του σήμερα, ειναι ο ΣΚΑΙ, το MEGA, ο Αντεννα επίσης του σήμερα.
Εν αντιθέσει ο Κωνστ. Σταυρόπουλος του τότε, ειναι αυτή η μερίδα του λαού του σήμερα που βγαίνει, φωνάζει, διεκδικεί, δεν υποκύπτει, ειναι αυτός ο λαός που για άλλη μια φορά ιστορικά θα μας βγάλει ασπροπρόσωπους στις επομενες γενιές... μμμμμ έτσι τουλάχιστον θέλω να πιστεύω.

Teddy είπε...

@ Thumomenos

Για να σε "θυμώσω" λίγο περισσότερο, να προσθέσω μια λεπτομέρεια που δεν την ανέφερα στο κείμενο:

Την ώρα που οι γερμανοί κατέβαιναν από το Μπογιάτι και ο φον Έρμπαχ ύψωνε την σβάστικα στο σπίτι του στο Ψυχικό, ένας γνωστός αθηναίος, που έμενε εκεί κοντά, τον επισκέφθηκε για να τον συγχαρεί. Ο επισκέπτης ήταν γνωστός γιατρός, καθηγητής γυναικολογίας στην ιατρική σχολή τού πανεπιστημίου Αθηνών, τιμημένος με πολλά πολεμικά μετάλλια (ανάμεσά τους και ο Αργυρούς Σταυρός τού Σωτήρος) για την προσφορά του κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους και κατά την Μικρασιατική Καταστροφή, δάσκαλος του Γρηγόρη Λαμπράκη και θεμελιωτής του Δημοσίου Μαιευτηρίου Αθηνών (μετέπειτα "Αλεξάνδρα").

Κανείς δεν θα περίμενε από έναν τέτοιο άνθρωπο να συγχαίρει τον γερμανό πρέσβυ επειδή οι γερμανοί υποδούλωναν την πατρίδα του. Δυστυχώς, τα φιλογερμανικά του αισθήματα υπερίσχυσαν του πατριωτισμού του. Άλλωστε, δεν ήταν απλώς πρόεδρος του Ελληνογερμανικού Συνδέσμου αλλά ήταν και σύζυγος της ανηψιάς του γνωστού μας γερμανού στρατάρχη Βίλχελμ Λιστ.

Ο άνθρωπος για τον οποίο μιλάμε δεν ήταν άλλος από τον κατοπινό δωσίλογο κατοχικό πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Λογοθετόπουλο.

Ανώνυμος είπε...

@Thumomenos
H βασικές διαφορές του τότε με το σήμερα, είναι ότι όλο το πολιτικό σύστημα (πλην Λακεδαιμονίων), μαζί και η αστική τάξη που έχει την εξουσία, συμφωνούν και χειροκροτούν στο να γίνουν όλα αυτά που ζούμε.
Πέρα από αυτό, δεν έχουμε κανενός είδους κατοχή, και ακόμα και ο λαός έχει συμφωνήσει με την ψήφο του σε αυτή την κατάσταση πολλές φορές (ΕΕ, ΝΑΤΟ και τα ρέστα)!
Οπότε μιλάμε για κάτι άλλο και όχι για κατοχή.
Μιλάμε για την δικτατορία του κεφαλαίου, η οποία τα έχει βρει δύσκολα, και ρίχνει την μάσκα της μη μπορώντας πια να κρυφτεί, ή να δώσει ψίχουλα για να εξαγοράσει μαζικά ή και όχι τις συνειδήσεις του λαού.
Επίσης η προπαγάνδα κάποια στιγμή χάνει σιγά σιγά την δύναμη της, αφού η πραγματικότητα υπερισχύει...

Κώστας