To Cogito ergo sum συλλογάται λέφτερα και στο ηλεκτρονικό περιοδικό Ατέχνως.
Πνευματικά δικαιώματα δεν υπάρχουν. Οι ιδέες πρέπει να κυκλοφορούν ελεύθερα. Άρα, η αντιγραφή επιτρέπεται.

Η γλώσσα κόκκαλα τσακίζει

(...) ας ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα, ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα κι ο ουρανός, ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό κι ο αέρας, ας ιδιωτικοποιηθεί η δικαιοσύνη και ο νόμος, ας ιδιωτικοποιηθεί το σύννεφο που περνάει, ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο, ειδικά αν γίνεται μέρα και με τα μάτια ανοιχτά. Και τελικά, για να ολοκληρωθούν οι ιδιωτικοποιήσεις, ας ιδιωτικοποιηθούν και τα κράτη, παραδίδοντας για κάποιο χρονικό διάστημα την εκμετάλλευσή τους σε ιδιωτικές εταιρείες, που θα λειτουργούν σε καθεστώς διεθνούς ανταγωνισμού. Εκεί βρίσκεται η σωτηρία τού κόσμου...

Και τώρα, ας ιδιωτικοποιηθεί επίσης και η πουτάνα που τους γέννησε όλους.


[Ζοζέ Σαραμάγκου, "Τετράδια του Λαντσαρότε - Ημερολόγιο ΙΙΙ, 1993-1995" - Μετάφραση από τα πορτογαλικά: Cogito ergo sum]

12 Φεβρουαρίου 2016

Τράπεζα της Ελλάδος - 16. Από το 1953 έως την χούντα

Παρ' ότι στην Ελλάδα η εικοσαετία 1950-1970 εκτυλίσσεται σε ένα ασταθές, μεταβαλλόμενο και αλλοπρόσαλλο πολιτικό περιβάλλον, η οικονομία εξελίσσεται μάλλον απροσδόκητα ομαλά και σε αναμενόμενα πλαίσια. Όπως λέγαμε χτες, οπωσδήποτε έπαιξαν τον ρόλο τους οι αποφάσεις του Μαρκεζίνη αλλά είναι γεγονός πως σημαντικώτερη ήταν η επίδραση του διεθνούς οικονομικού περιβάλλοντος. Ας εξετάσουμε λίγο πιο αναλυτικά αυτό το στοιχείο.

Το 1946, οι έλληνες εφοπλιστές παίρνουν από τις ΗΠΑ (με την εγγύηση του ελληνικού δημοσίου, φυσικά!) εκατό κομμάτια από τα πολύτιμα παιχνιδάκια που λέγονται Λίμπερτυ (*). Η αντιπολίτευση έβαλε και ξαναέβαλε τις φωνές, καταγγέλοντας την σκανδαλώδη κρατική στήριξη στους εφοπλιστές ενώ η ερειπωμένη χώρα προσπαθούσε να συνέλθει από τις καταστροφές της κατοχής και ενώ ο εμφύλιος βρισκόταν σε εξέλιξη. Ο ίδιος ο Ωνάσης υπολόγισε πως, παρ' ότι το κράτος είχε εγγυηθεί την πληρωμή των Λίμπερτυ για 17 χρόνια, οι εφοπλιστές θα μπορούσαν να ξοφλήσουν το δάνειο σε λιγώτερο από μια τετραετία με τα κέρδη που έβγαλαν από δαύτα. Τί τα έκαναν αυτά τα κέρδη οι εφοπλιστές; Μα, αγόρασαν άλλα τριακόσια Λίμπερτυ! Έτσι, όταν στις αρχές της δεκαετίας του '50 ξεσπάει ο τριετής πόλεμος της Κορέας, οι έλληνες πλοιοκτήτες τον μετατρέπουν με τα Λίμπερτύ τους σε χρυσωρυχείο για πάρτη τους (**).

Από συνέλευση μετόχων της ΤτΕ. Στο μέσον ο διοικητής Ξενοφών Ζολώτας και αριστερά του οι υποδιοικητές
Δημήτριος Γαλάνης (διαδέχθηκε τον Ζολώτα στις 7/8/1967) και Γιάγκος Πεσμαζόγλου.

Όπως όλοι οι πόλεμοι, έτσι κι ο πόλεμος στην Κορέα προκάλεσε ισχυρές πληθωριστικές πιέσεις, κατ' αρχή στις ΗΠΑ και κατόπιν στην Ευρώπη. Οι τιμές των πρώτων υλών στην Βρεττανία αυξήθηκαν κατά 12% ενώ στην Γαλλία ξεπέρασαν το 22%. Παράλληλα, όμως, άρχισαν να μπαίνουν διεθνώς οι βάσεις για ανασυγκρότηση και ανάπτυξη, ως φυσικά επακόλουθα των εκτεταμένων καταστροφών που είχε αφήσει πίσω του ένας παγκόσμιος πόλεμος. Κι όταν το 1953 τελείωσε κι ο πόλεμος της Κορέας, οι πληθωριστικές πιέσεις άρχισαν να υποχωρούν, η απασχόληση να αυξάνεται και η ανάπτυξη των ευρωπαϊκών οικονομιών να αποκτά γοργό ρυθμό. Στην Ελλάδα, κατά την περίοδο 1953-1970, η ετήσια αύξηση του ΑΕΠ σημείωνε επιδόσεις γύρω στο 7%.

Το 1955, ο Ξενοφών Ζολώτας διαδέχθηκε στην διοίκηση της ΤτΕ τον Γεώργιο Μαντζαβίνο και έβαλε ως πρώτιστο στόχο του την τιθάσσευση του πληθωρισμού. Όπως έλεγε χαρακτηριστικά, "ουδέν οικονομικόν φαινόμενον απειλεί την κοινωνικήν ευημερίαν και την δημοκρατίαν περισσότερον από τον πληθωρισμόν". Την πρωτομαγιά τού 1955 κυκλοφόρησε η νέα δραχμή, αντικαθιστώντας χίλιες παλιές ("κόπηκαν τρία μηδενικά", όπως το κατάλαβε ο λαός), γεγονός που έκανε το εθνικό μας νόμισμα να δείχνει πιο δυνατό. Ελέγχοντας αποτελεσματικά την κυκλοφορία τού νέου νομίσματος, η ΤτΕ κατάφερε να δαμάσει το θηρίο του πληθωρισμού που ταλαιπώρησε τον τόπο πάνω από 15 χρόνια. Πράγματι κατά την κρίσιμη πενταετία 1955-1960, η αύξηση του δείκτη τιμών δεν ξεπέρασε ποτέ το 2,3%, ενώ και μέχρι το 1971 έμεινε σταθερά κάτω από 3%.

Παράλληλα, η ΤτΕ φρόντιζε για την ενίσχυση τόσο της πρωτογενούς παραγωγής (κυρίως μέσω χρηματοδότησης της Αγροτικής) όσο και της βιομηχανίας. Ειδικά στην δεύτερη κατευθύνθηκε και το μεγαλύτερο μέρος των κονδυλίων τής βοήθειας των ΗΠΑ από το δόγμα Τρούμαν. Αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής ήταν η εκρηκτική αύξηση της βιομηχανικής παραγωγής περί τα τέλη της δεκαετίας του '50. Είναι χαρακτηριστικό ότι κατά την δωδεκαετία 1959-1971 ο σχετικός δείκτης σημείωσε κατακόρυφη άνοδο 179% ενώ οι επενδύσεις στην βιομηχανία έφτασαν το 30% του ΑΕΠ!

Όμως, όσο κι αν ο Ζολώτας έτριβε τα χέρια του με ικανοποίηση, υπήρχαν δυο σοβαρά αγκάθια που δεν τον άφηναν να ησυχάσει. Το πρώτο ήταν το συνεχώς αυξανόμενο έλλειμμα στο ισοζύγιο εξωτερικού εμπορίου. Μπορεί να αυξάνονταν οι εξαγωγές αλλά οι εισαγωγές αυξάνονταν όλο και περισσότερο. Ενώ πριν τον πόλεμο οι εξαγωγές μας κάλυπταν πάνω από το 70% των εισαγωγών, τώρα πια ίσα που έφταναν το 30%. Κι όταν, μπαίνοντας η δεκαετία τού '60, άρχισαν να αβγαταίνουν οι εισαγωγές αυτοκινήτων, η κατάσταση χειροτέρεψε.

Το δεύτερο και πιο ενοχλητικό αγκάθι λεγόταν ανεργία και υποαπασχόληση. Κάπου εδώ βρίσκεται η απάντηση σε όσους -είτε αδαείς είτε αργυρώνητους- υποστηρίζουν πως ο λαός πρέπει σήμερα να κάνει θυσίες ώστε αύριο να γίνουν επενδύσεις που μεθαύριο θα φέρουν νέες θέσεις εργασίας. Σε μια περίοδο όπου οι επενδύσεις μόνο στην βιομηχανία έφταναν το 30% του ΑΕΠ και η παραγωγή σχεδόν διπλασιάστηκε σε δώδεκα μόλις χρόνια, η ανεργία όχι απλώς δεν μειώθηκε αλλά διογκώθηκε. Ενώ οι δείκτες ευημερούσαν, η μετανάστευση έπαιρνε επιδημικές διαστάσεις: μόνο κατά την εξαετία 1959-1965, το 6,4% του συνολικού πληθυσμού (538.000 άνθρωποι) έφυγαν στο εξωτερικό για να βρουν δουλειά. Η πληγή τής μετανάστευσης συνέχισε να πυορροεί, με αυξανόμενο ρυθμό 20,3% ετησίως, μέχρι τις αρχές τής δεκαετίας του '70.

Κατά τα άλλα, η περίοδος χαρακτηρίζεται από την εμπέδωση εμπιστοσύνης στην δραχμή, κάτι που εκφράστηκε από την μείωση της τάσης προς αποθησαυρισμό χρυσού αλλά και από την αύξηση της ροπής προς αποταμίευση, φαινόμενα που έγιναν εντονώτερα μετά την 21η Απριλίου 1967. Όσο κι αν σημειώθηκαν κάποια "στραβοπατήματα" σε δύσκολες ιστορικά στιγμές (π.χ. με την κρίση στην Κούβα το 1962 ή με τα Ιουλιανά το 1965), η δραχμή στάθηκε γερά στα πόδια της.

Η ελληνική επιτροπή διαπραγμάτευσης για τα Λίμπερτυ. Στο μέσο καθιστός ο υπουργός ναυτιλίας Νίκος Αβραάμ
και πίσω του ο Μανώλης Κουλουκουντής (ο ψηλός με τα γυαλιά) και άλλοι εφοπλιστές.


------------------------------------
(*) Επί κεφαλής της κυβερνητικής αποστολής η οποία διαπραγματεύτηκε την αγορά των Λίμπερτυ, ήταν ο Σοφοκλής Βενιζέλος. Εντελώς συμπτωματικά, ο αδελφός του ο Κυριάκος ήταν εφοπλιστής και ενδιαφερόταν για μερικά Λίμπερτυ. Μαζί με τον Σοφοκλή Βενιζέλο, είχε πάει στις ΗΠΑ και ο υπουργός ναυτιλίας Νίκος Αβραάμ. Εντελώς συμπτωματικά, ο Αβραάμ είχε στενή σχέση με τον Μανώλη Κουλουκουντή, τον πρόεδρο των εν Νέα Υόρκη ελλήνων εφοπλιστών, ο οποίος επίσης ενδιαφερόταν για μερικά Λίμπερτυ (άσχετο: ως ασυρματιστής σε πλοίο του Κουλουκουντή βολόδερνε "πέρα απ' την γέφυρα του Αδάμ, στην Νότιο Κίνα" και ο ποιητής του Μαραμπού Νίκος Καββαδίας).

(**) Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Σταύρου Λιβανού, ο οποίος κουβαλούσε με τα καράβια του εφόδια από τις ΗΠΑ στην Νότια Κορέα αλλά και από την Κίνα στην Βόρεια Κορέα! Για την δράση των ελλήνων εφοπλιστών που έκανε τους πολιτειακούς να βγουν από τα ρούχα τους, διαβάστε "Εφοπλιστές ή πειρατές; (1)" κλπ

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Ο ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΑΒΡΑΑΜ KAI TA LIBERTY SHIPS

Θοδωρή, καλησπέρα!

Είδα την αναφορά σου στον Ν. Αβραάμ και κάτι θυμήθηκα σχετικά· για ρίξε μια ματιά στον «Ριζοσπάστη» της 26 Απριλίου 1947 που είναι προσβάσιμος εδώ:

http://efimeris.nlg.gr/ns/pdfwin.asp?c=65&dc=26&db=4&da=1947

Χαιρετώ,

Μη Απολιθωμένος (ακόμα!) από τις ακτές της Ανατολικής Βαλτικής

Teddy είπε...

@ Μη Απολιθωμένος...

Αχ, οι αναγνώστες αυτού του ιστολογίου... Δεν θα πάψουν ποτέ να με εκπλήσσουν!