To Cogito ergo sum συλλογάται λέφτερα και στο ηλεκτρονικό περιοδικό Ατέχνως.
Πνευματικά δικαιώματα δεν υπάρχουν. Οι ιδέες πρέπει να κυκλοφορούν ελεύθερα. Άρα, η αντιγραφή επιτρέπεται.

Η γλώσσα κόκκαλα τσακίζει

(...) ας ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα, ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα κι ο ουρανός, ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό κι ο αέρας, ας ιδιωτικοποιηθεί η δικαιοσύνη και ο νόμος, ας ιδιωτικοποιηθεί το σύννεφο που περνάει, ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο, ειδικά αν γίνεται μέρα και με τα μάτια ανοιχτά. Και τελικά, για να ολοκληρωθούν οι ιδιωτικοποιήσεις, ας ιδιωτικοποιηθούν και τα κράτη, παραδίδοντας για κάποιο χρονικό διάστημα την εκμετάλλευσή τους σε ιδιωτικές εταιρείες, που θα λειτουργούν σε καθεστώς διεθνούς ανταγωνισμού. Εκεί βρίσκεται η σωτηρία τού κόσμου...

Και τώρα, ας ιδιωτικοποιηθεί επίσης και η πουτάνα που τους γέννησε όλους.


[Ζοζέ Σαραμάγκου, "Τετράδια του Λαντσαρότε - Ημερολόγιο ΙΙΙ, 1993-1995" - Μετάφραση από τα πορτογαλικά: Cogito ergo sum]

30 Δεκεμβρίου 2015

Γκράμσι: Η αυστηρή συναίσθηση του καθήκοντος

Αγαπητή Τάνια,

Αρχίζει και πάλι ένας καινούργιος χρόνος. Όπως συνηθίζεται, θα έπρεπε να κάνω σχέδια για μια καινούργια ζωή. Αλλά, όσο και αν προσπάθησα, δεν κατόρθωσα ποτέ να κάνω τέτοια σχέδια. Αυτή υπήρξε μια μεγάλη δυσκολία στη ζωή μου, ακόμα και από τα πρώτα χρόνια της λογικής δραστηριότητας μου. Στα δημοτικά σχολεία, κάθε χρόνο, έδιναν τότε σαν θέμα έκθεσης το εξής:
"Τι θα κάνετε στη ζωή;"

Δύσκολο ερώτημα, στο οποίο εγώ έδωσα απάντηση για πρώτη φορά στα οκτώ χρόνια μου, επιλέγοντας για επάγγελμα αυτό του καροτσιέρη. Έβρισκα ότι το επάγγελμα του καροτσιέρη συγκεντρώνει όλα τα χαρακτηριστικά του χρήσιμου και του ευχάριστου: κροταλίζει το καμτσίκι και οδηγεί τ’ άλογα, αλλά ταυτόχρονα εκτελεί ένα έργο που εξευγενίζει τον άνθρωπο και του παρέχει τον επιούσιο.

Το πάσο τού Γκράμσι για είσοδο στο Κρεμλίνο κατά το τέταρτο συνέδριο τής Κομμουνιστικής Διεθνούς (1922).
Ήταν το τελευταίο συνέδριο της Διεθνούς υπό την καθοδήγηση του Λένιν.

Έμεινα πιστός σ’ αυτή την κατεύθυνση και τον επόμενο χρόνο, αλλά, θα έλεγα, μόνο για λόγους εξωτερικούς. Αν ήμουν ειλικρινής με τον εαυτό μου θα είχα εκδηλώσει την πιο ζωντανή επιθυμία μου, που ήταν να γίνω δικαστικός κλητήρας. Γιατί; Διότι τον ίδιο χρόνο είχε έρθει στο χωριό μου, σαν δικαστικός κλητήρας, ένας ηλικιωμένος κύριος που είχε ένα πολύ συμπαθητικό μαύρο σκυλάκι, όλο στολίδια: κόκκινο φιογκάκι στην ουρά, ζακετούλα στην πλάτη, γυαλισμένο κολάρο και στολίδια στο κεφάλι.

Εγώ στ’ αλήθεια δεν μπορούσα να ξεχωρίσω από τη συνολική εικόνα το σκύλο, το αφεντικό του ή το επάγγελμα του αφεντικού του. Κι όμως, αρνήθηκα με μεγάλη δυσαρέσκεια να λικνίζομαι σ’ αυτή την προοπτική, που τόσο με γοήτευε. Σαν αποτέλεσμα μιας εξαιρετικής λογικής και μιας ηθικής ακεραιότητας που θα έκανε και τους πιο μεγάλους ήρωες του καθήκοντος να κοκκινίσουν, θεωρούσα τον εαυτό μου ανάξιο να γίνει δικαστικός κλητήρας και, κατά συνέπεια, να έχει σκυλάκια τόσο όμορφα. Ο λόγος; Δεν ήξερα απ’ έξω τα ογδόντα τέσσερα άρθρα του Συντάγματος του βασιλείου. Αυτό ήταν όλο.

Είχα τελειώσει τη δευτέρα δημοτικού (πρώτη αποκάλυψη των αρετών ενός μελλοντικού καροτσιέρη) και σκέφτηκα να δώσω τις εξετάσεις προβιβασμού το Νοέμβρη για να περάσω στην τετάρτη τάξη, πηδώντας την τρίτη. Ήμουν πεισμένος ότι μπορούσα να το καταφέρω, αλλά, όταν παρουσιάστηκα στο διευθυντή για να του καταθέσω τη σχετική αίτηση, άκουσα να με ρωτούν: "Μα γνωρίζεις τα ογδοντατέσσερα άρθρα του Συντάγματος;"

Ούτε καν είχα σκεφτεί τα άρθρα αυτά. Eίχα αρκεσθεί να μελετήσω γενικά τα "καθήκοντα και υποχρεώσεις του πολίτη" που υπήρχαν στο βιβλίο.

Αυτό ήταν για μένα μια τρομερή παραίνεση, που με είχε εντυπωσιάσει περισσότερο γιατί στις 20 του Σεπτέμβρη του προηγούμενου έτους είχα λάβει μέρος για πρώτη φορά στη συνοδεία απόδοσης τιμών με μια βενετική λάμπα στα χέρια, είχα φωνάξει μαζί με τους άλλους "Ζήτω το λιοντάρι της Καπρέρα! Ζήτω ο νεκρός του Σταλιένο" (δεν θυμάμαι αν φώναζα "ο νεκρός" ή "ο προφήτης", ίσως και τα δύο, για ποικιλία) με μια βεβαιότητα ότι θα πέρναγα τις εξετάσεις και ότι θα αποκτούσα τους δικαστικούς τίτλους και θα γινόμουν ένας δραστήριος και τέλειος πολίτης.

Αντίθετα, δεν ήξερα τα ογδόντα τέσσερα άρθρα του Συντάγματος. Τι είδους πολίτης ήμουν λοιπόν; Πώς θα μπορούσα να εκδηλώσω τη φιλοδοξία μου να γίνω δικαστικός κλητήρας και να έχω σκυλάκι με φιογκάκι και ζακετούλα; Ο δικαστικός κλητήρας είναι ένα κρατικό γρανάζι (εγώ θα έλεγα ένας μεγάλος οδοντωτός τροχός), είναι ένας φύλακας του νόμου, που μπαίνει εμπόδιο στους πιθανούς τυράννους που θέλουν να τον καταπατήσουν. Και εγώ δεν γνώριζα τα ογδόντα τέσσερα άρθρα του Συντάγματος!

Έτσι λοιπόν κατέληξα να περιορίσω τους ορίζοντες μου, εκθειάζοντας για μια ακόμα φορά τις κοινωνικές αρετές του καροτσιέρη, που παρ’ όλα αυτά μπορεί να έχει και αυτός σκυλάκι, έστω και χωρίς φιόγκο. Βλέπεις πώς τα σχέδια, όταν είναι πολύ αυστηρά και σχηματικά, συγκρούονται κατά τρόπο σκληρό με την ωμή πραγματικότητα, όταν υπάρχει αυστηρή συναίσθηση του καθήκοντος.


Σε φιλώ!

Αντόνιο

L' Ordine Nuovo (Η Νέα Τάξη): Η "εβδομαδιαία κριτική του σοσιαλιστικού πολιτισμού" που εξέδιδε ο Γκράμσι
και απετέλεσε τον πρόδρομο της ιστορικής εφημερίδας L’ Unità.

---------------------------------------
Σημείωση
Το παραπάνω κείμενο είναι ένα από τα γράμματα που έστειλε μέσα από την φυλακή ο Αντόνιο Γκράμσι. Περιλαμβάνεται στο βιβλίο για εφήβους "Το δέντρο του σκαντζόχοιρου" (Ιστορικές εκδόσεις, 1981), μαζί με όλα τα γράμματα του Γκράμσι που είχαν ως τελικούς αποδέκτες τα δυο μικρά παιδιά του (το δεύτερο δεν το είδε ποτέ). Η Τάνια, στην οποία απευθύνεται, είναι η Τάνια Σουχτ, αδελφή τής συζύγου του Τζούλιας. Το σύνολο των επιστολών που έστειλε μέσα από την φυλακή ο Γκράμσι, εκδόθηκε το 1972 από τις εκδόσεις Ηριδανός, σε ένα -δυσεύρετο πια- βιβλιαράκι ("Γράμματα από την φυλακή") που κοσμούσε τα φοιτητικά δωμάτια εκείνης της εποχής.

3 σχόλια:

bab cav είπε...

http://monaxeros.blogspot.gr/2015/12/blog-post_68.html
ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ ΚΑΙ ΚΑΛΗ ΛΕΥΤΕΡΙΑ ...

ΑΝΟΡΘΟΓΡΑΦΟΣ drashstowraiokastro.blogspot είπε...

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ ΚΑΙ ΚΑΛΗ ΔΥΝΑΜΗ!

Γιώργης Γιωργής είπε...

Καλή χρονιά και η πρώτη λέξη με κόκκινα γράμματα!
Ο μπαμπίνος του Μουσολινίσκου μπερδεύτηκε βλέποντας ιταλικό όνομα και το αναπαρήγαγε νομίζοντας πως γράφει ο μπενίτο...
Τι να πει κανείς;