To Cogito ergo sum συλλογάται λέφτερα και στο ηλεκτρονικό περιοδικό Ατέχνως.

Η γλώσσα κόκκαλα τσακίζει

(...) ας ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα, ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα κι ο ουρανός, ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό κι ο αέρας, ας ιδιωτικοποιηθεί η δικαιοσύνη και ο νόμος, ας ιδιωτικοποιηθεί το σύννεφο που περνάει, ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο, ειδικά αν γίνεται μέρα και με τα μάτια ανοιχτά. Και τελικά, για να ολοκληρωθούν οι ιδιωτικοποιήσεις, ας ιδιωτικοποιηθούν και τα κράτη, παραδίδοντας για κάποιο χρονικό διάστημα την εκμετάλλευσή τους σε ιδιωτικές εταιρείες, που θα λειτουργούν σε καθεστώς διεθνούς ανταγωνισμού. Εκεί βρίσκεται η σωτηρία τού κόσμου...

Και τώρα, ας ιδιωτικοποιηθεί επίσης και η πουτάνα που τους γέννησε όλους.


[Ζοζέ Σαραμάγκου, "Τετράδια του Λαντσαρότε - Ημερολόγιο ΙΙΙ, 1993-1995" - Μετάφραση από τα πορτογαλικά: Cogito ergo sum]

17 Ιουνίου 2014

Δυο σημειώσεις

Α. οι συμπτώσεις της ιστορίας το ‘φεραν έτσι που η επέτειος της γέννησης του τσε και του θανάτου του άρη να είναι κολλητά η μία κοντά στην άλλη, για να τους θυμόμαστε και να τους τιμούμε μαζί, σα ζευγάρι αχώριστο με βίους σχεδόν παράλληλους: από τη μεσοαστική τους καταγωγή στο ολόψυχο δόσιμο στους λαϊκούς αγώνες· και από το ένοπλο αντάρτικο μέχρι το τραγικό αλλά ένδοξο τέλος τους. Ακόμα κι η προσπάθεια εμπορευματοποίησης του τσε, για να τον εκφυλίσουν και να τον καταστήσουν ακίνδυνο ως ιστορικό παράδειγμα, βρίσκει το ελληνικό της αντίστοιχο στην πολιτική υπεραξία που θέλησε να βγάλει το πασοκ της μεταπολίτευσης από τα κάδρα και τις φωτογραφίες του άρη στα τοπικά του γραφεία, ως κάποιο πρώιμο σύμβολο τάχα της τρίτης σεπτέμβρη.

Υποψιάζομαι πάντως ότι για κάποιο κόσμο η σύνδεση που κάνει μεταξύ των δύο κι οι τιμές που τους αποδίδει έχουν πολύ διαφορετική αφετηρία. Νομίζω δηλ πως αυτό που βλέπουν και θαυμάζουν κάποιοι στον γκεβάρα και το βελουχιώτη είναι εκείνα τα στοιχεία που φτιάχνουν ένα ψεύτικο είδωλο, σαν ιστορική οφθαλμαπάτη. Δεν τιμούν τους ένοπλους συλλογικούς αγώνες των οποίων ηγήθηκαν ο καπετάνιος και ο κομαντάντε, αλλά την.. ηρωική μοναχική τους πορεία, που δεν χώρεσε σε έτοιμα, οργανωτικά καλούπια. Δεν τιμούν τη σταθερά πορεία τους μέσα απ’ τις γραμμές του κομμουνιστικού κινήματος αλλά εκείνες τις στιγμές που τάχα συγκρούστηκαν με αυτό ή τουλάχιστον με την επίσημη, οργανωμένη έκφρασή του (εσσδ, κκε) και τις επιλογές τους. Σε τελική ανάλυση δεν τους τιμούν για τους νικηφόρους σταθμούς του συλλογικού αγώνα τους, αλλά για την ήττα τους και το.. ρομαντικό, μοναχικό τους τέλος. Τους τιμούν δηλ γιατί έχασαν κι έφυγαν νωρίς, για να θάψουν τους ζωντανούς που εκφυλίστηκαν δήθεν και βολεύτηκαν.

Στην πραγματικότητα βέβαια ο βελουχιώτης δεν ήταν ο «αρχηγός των ατάκτων» ή κάποιου μπουλουκιού, αλλά αρχηγός του ένοπλου οργανωμένου λαού και των τάξεων που πολεμούσαν για λευτεριά και λαοκρατία. Και ο τσε γκεβάρα δεν ήταν πραγματικός επαναστάτης, επειδή άφησε τη βολή και την καρέκλα του υπουργού σε διάκριση κι αντιπαράθεση με αυτούς που έμειναν πίσω και επαναπαύτηκαν στις επαναστατικές δάφνες ή γραφειοκρατικοποιήθηκαν, αλλά γιατί υπηρέτησε πιστά μέχρι τέλους την επαναστατική υπόθεση, όπως ακριβώς έκαναν απ’ τη δική τους σκοπιά οι κουβανοί, οικοδομώντας στην πατρίδα τους την κοινωνία του μέλλοντος και βοηθώντας έμπρακτα, στο μέτρο των δυνατοτήτων τους, διάφορα επαναστατικά κινήματα ανά τον κόσμο.

Αυτό που προκύπτει λοιπόν ως φαινομενικά παράδοξο είναι πως τα διάφορα ακροδεξιά φασισταριά με τη μηδενική νοημοσύνη, που βρίζουν χυδαία τον κομμουνιστή βελουχιώτη και τον κομμουνιστή τσε γκεβάρα, από αλλεργία σε οτιδήποτε επαναστατικό και προοδευτικό, καταλαβαίνουν τελικά τη σύνδεση αυτών των δύο με τους κομμουνιστές και τους λαϊκούς αγώνες, πολύ καλύτερα από λογής-λογής ψαγμένους υμνητές και θαυμαστές τους. Γιατί αυτοί οι τελευταίοι τους θαυμάζουν για (τους) λάθος λόγους, ενώ οι πρώτοι τους μισούν θανάσιμα και τους καθυβρίζουν για τους σωστούς λόγους και προπαντός για αυτό που ήταν: κομμουνιστές.


Β. οι ομαδικές απολύσεις στην χαλυβουργία έρχονται να ανοίξουν τους ασκούς του αιόλου και να διαψεύσουν για πολλοστή φορά τις αυταπάτες του φιλήσυχου νοικοκυραίου που όταν βλέπει απεργία, λουφάζει στα αυγά του, για να μην μπλέξει και βαυκαλίζεται πως το αφεντικό θα του είναι ευγνώμων και θα προφυλάξει ειδικά αυτόν, ως αντάλλαγμα για την υπάκουη στάση του. Αλλά στα συλλογικά προβλήματα δεν υπάρχουν ατομικές λύσεις –παρά μόνο ως εξαίρεση στον κανόνα, αλλά και αυτό ξεφτίζει σιγά-σιγά. Στην ουσία επιβεβαιώνεται η προειδοποίηση του μπρεχτ: όποιος δεν έχει τον αγώνα μας μοιραστεί, θα μοιραστεί την ήττα μας. Σε αντίθεση με άλλες εποχές, που κάποιοι είχαν μάθει να λουφάζουν στους αγώνες και τις απεργίες, για να μοιραστούν εκ του ασφαλούς τις νίκες και τις κατακτήσεις τους, σήμερα οι εργαζόμενοι είναι καταδικασμένοι να χάσουν ή να νικήσουν όλοι μαζί, σαν τάξη κι όχι σα μονάδες.

Οι απολύσεις των χαλυβουργών έρχονται ως κορύφωση σε μια σειρά εξελίξεις που τρέχουν και δεν προλαβαίνει να τις καταγράψει καλά-καλά κανείς. Οι καθαρίστριες του υπουργείου οικονομικών έχουν μπει στο στόχαστρο της κυβέρνησης, της κρατικής καταστολής, της αδέκαστης δικαιοσύνης και της τηλεοπτικής προπαγάνδας, που βαράνε όλες μαζί σα σφυριά, συντονισμένα κι «ανεξάρτητα», στην ίδια κατεύθυνση. Στους διοικητικούς υπαλλήλους των πανεπιστημίων λήγει η περίοδος της διαθεσιμότητάς τους και μαζί η εκεχειρία κι ο προσωρινός συμβιβασμός που είχαν πετύχει με τον πολύμηνο αγώνα τους το περασμένο εξάμηνο. Στο πολυτεχνείο κρήτης ψηφίστηκε ο αντιδραστικός εσωτερικός κανονισμός σε κλειστή συνεδρίαση της συγκλήτου· κι όταν οι φοιτητές προχώρησαν σε κατάληψη, ο πρύτανης απάντησε με ένα ιδιότυπο «λοκ-άουτ» και το κλείσιμο της λέσχης, για να τους εκβιάσει! Στην ερτ ένας σεκιουριτάς χτύπησε με φαλτσέτα ένα συνδικαλιστή. Κι όλα αυτά απλώς ως καταγραφή όσων συνέβησαν μες στην τελευταία εβδομάδα.

Το αστικό κράτος κι οι μηχανισμοί του εκδικούνται τους πρωτοπόρους μαχητικούς κλάδους και γενικώς οποιονδήποτε τολμήσει να αντιδράσει με κάθε μέσο που έχει στη διάθεσή του: δεν ξεχνά, δε συγχωρεί. Η διαφορά είναι πως εμείς από την πλευρά μας δεν έχουμε κανένα περιθώριο αυτάρεσκης επιβεβαίωσης (εμείς σας τα λέγαμε, σας είχαμε προειδοποιήσει) ή εκδικητικής χαιρεκακίας απέναντι στις φενακισμένες εργατικές συνειδήσεις ή ακόμα και την υστερική απεργοσπάστρια της χαλυβουργίας, που είχε πιάσει στασίδι στα κανάλια τον καιρό της απεργίας. Γιατί; Γιατί είμαστε καταδικασμένοι να χάσουμε ή να νικήσουμε όλοι μαζί, ως τάξη.


[Ακριβής αντιγραφή από το ιστολόγιο "Σφυροδρέπανο" - 
- διατηρήθηκαν η δομή, η στίξη και η ορθογραφία τού πρωτοτύπου].

Δεν υπάρχουν σχόλια: