To Cogito ergo sum συλλογάται λέφτερα και στο ηλεκτρονικό περιοδικό Ατέχνως.

Η γλώσσα κόκκαλα τσακίζει

(...) ας ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα, ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα κι ο ουρανός, ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό κι ο αέρας, ας ιδιωτικοποιηθεί η δικαιοσύνη και ο νόμος, ας ιδιωτικοποιηθεί το σύννεφο που περνάει, ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο, ειδικά αν γίνεται μέρα και με τα μάτια ανοιχτά. Και τελικά, για να ολοκληρωθούν οι ιδιωτικοποιήσεις, ας ιδιωτικοποιηθούν και τα κράτη, παραδίδοντας για κάποιο χρονικό διάστημα την εκμετάλλευσή τους σε ιδιωτικές εταιρείες, που θα λειτουργούν σε καθεστώς διεθνούς ανταγωνισμού. Εκεί βρίσκεται η σωτηρία τού κόσμου...

Και τώρα, ας ιδιωτικοποιηθεί επίσης και η πουτάνα που τους γέννησε όλους.


[Ζοζέ Σαραμάγκου, "Τετράδια του Λαντσαρότε - Ημερολόγιο ΙΙΙ, 1993-1995" - Μετάφραση από τα πορτογαλικά: Cogito ergo sum]

5 Μαΐου 2014

Ω! Μπένυ, Μπένυ... (1)

Οι παλιότεροι θα θυμούνται τον εκ Γιουγκοσλαβίας ορμώμενο βιρτουόζο μπασκεμπωλίστα τού ΠΑΟΚ Μπάνε Πρέλεβιτς. Κι αν ανάμεσά τους υπάρχουν κάποιοι φίλαθλοι του ΠΑΟΚ, σίγουρα θα θυμούνται την ιαχή-σύνθημα "Ω! Μπάνε, Μπάνε" που δονούσε την μελανόλευκη εξέδρα. Δεν ξέρω, όμως, αν θυμάται κανείς εκείνο το βράδυ τής 25ης Σεπτεμβρίου 1993 στο γήπεδο της Νεάπολης, όταν αυτή η ιαχή παραφράστηκε σε "Ω! Μπένυ, Μπένυ" για χατήρι τού Ευάγγελου Βενιζέλου. Ήταν ο τρόπος των φιλάθλων τού ΠΑΟΚ να ευχαριστήσουν τον συντοπίτη τους πασοκικό βουλευτή για την νομική παρέμβασή του υπέρ της ομάδας τους ώστε να αποκτηθεί ο Νάσος Γαλακτερός από την ΑΕΚ. Ο ΠΑΟΚ "νίκησε" στην μάχη των δυο δικεφάλων και ο Βενιζέλος κέρδισε την συμπάθεια -και τις ψήφους- των παοκτσήδων.

Φυσικά, ο Βενιζέλος δεν περιορίστηκε σε μια -έτσι κι αλλοιώς αμφισβητούμενη- γνωμάτευση αλλά κινητοποίησε τον κομματικό μηχανισμό προκειμένου να ικανοποιηθούν οι εν δυνάμει ψηφοφόροι του. Ο Μπένυ ήξερε πάντα το μεγάλο "ειδικό βάρος" του ως έγκριτου συνταγματολόγου και αποδείχτηκε μανούλα στο να το εκμεταλλεύεται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Άλλωστε, την αρχή με τις "έγκριτες" γνωματεύσεις την είχε κάνει πολύ νωρίτερα, στις 29 Μαρτίου 1985.

Το 1985 ήταν χρονιά εκλογής προέδρου δημοκρατίας από την βουλή. Ενώ ο Ανδρέας Παπανδρέου άφηνε επί χρόνια να εννοηθεί ότι το ΠαΣοΚ αντιμετώπιζε θετικά την επανεκλογή Καραμανλή στον προεδρικό θώκο, λίγες μέρες πριν την σχετική ψηφοφορία στην βουλή πέταξε σαν οβίδα το όνομα του Χρήστου Σαρτζετάκη, του ανακριτή στην υπόθεση της δολοφονίας Λαμπράκη, συνοδεύοντας την επιλογή του με την αποστροφή "έχει δικαίωμα η αριστερά να εκλέξει τον δικό της πρόεδρο". Ο Ανδρέας έχει μετρημένα τα κουκιά: δεν του φτάνουν για τις δυο πρώτες ψηφοφορίες όπου θέλει 200 αλλά αρκούν για την τρίτη όπου χρειάζεται μόνο 180.

Δυστυχώς για τον Ανδρέα, στην πρώτη ψηφοφορία παρουσιάζονται διαρροές στην κυβερνητική πλειοψηφία. Βρέθηκαν στην κάλπη δυο λευκά ψηφοδέλτια, τα οποία ανήκαν σίγουρα σε βουλευτές τού ΠαΣοΚ εφ' όσον η Νέα Δημοκρατία απείχε από την ψηφοφορία. Ο Ανδρέας θορυβήθηκε. Αν οι "αντάρτες" επέμεναν, δεν θα μαζεύονταν 180 ψήφοι στην τρίτη ψηφοφορία και η βουλή θα διαλυόταν. Τότε ο Βενιζέλος επενέβη και έρριξε την ιδέα των χρωματιστών ψηφοδελτίων. Η ιδέα του ήταν απλή: το χρωματιστό ψηφοδέλτιο, σε συνδυασμό με τον φτιαγμένο από λεπτό χαρτί φάκελλο, θα επέτρεπε στην εφορευτική επιτροπή να ελέγχει τι ψηφίζει ο κάθε βουλευτής, οπότε οι αντάρτες θα λούφαζαν. Η Νέα Δημοκρατία εξανέστη, υποστηρίζοντας -σωστά- ότι έτσι καταστρατηγείται η μυστικότητα της ψηφοφορίας. Τότε επενέβη ο Βενιζέλος και με την "εγκυρότητά" του νομιμοποίησε ως απολύτως νόμιμη την χρήση χρωματιστών ψηφοδελτίων. Ο Ανδρέας φρόντισε να εκμεταλλευτεί στο έπακρο την γνωμάτευση Βενιζέλου, διατάζοντας να τοποθετηθεί επί πλέον λάμπα πάνω από την κάλπη.

Έχοντας ανεβεί στην εκτίμηση του Ανδρέα, ο Βαγγέλας άρχισε να χτίζει μεθοδικά την πολιτική του καρριέρα. Κάθε φορά που η κυβέρνηση επιχειρούσε να περάσει από την βουλή κάποιο νομοσχέδιο αμφισβητούμενης νομιμότητας, ο Βενιζέλος ήταν εκεί για να γνωματεύσει υπέρ των κυβερνητικών επιλογών. Αποκορύφωμα της περιόδου αυτής ήταν η γνωμάτευσή του υπέρ της αθωότητος του Ανδρέα όταν ξέσπασε το σκάνδαλο Κοσκωτά και τέθηκε το ζήτημα παραπομπής τού πρωθυπουργού στο ειδικό δικαστήριο. Όταν ο Παπανδρέου παραπέμφθηκε (παρά την γνωμάτευση Βενιζέλου ότι δεν έπρεπε να παραπεμφθεί), ο Μπένυ του έστειλε επιστολή όπου δήλωνε ότι θέτει τις νομικές υπηρεσίες του στην διάθεσή του.

Ο Ανδρέας δεν ξέχασε τον αυτόκλητο υπερασπιστή του. Όταν το ΠαΣοΚ επανήλθε στην εξουσία το 1993, ο Βενιζέλος θα ορκιζόταν υπουργός δικαιοσύνης. Αυτή η επιλογή Παπανδρέου απετέλεσε γερό χαστούκι για έναν άλλον Βαγγέλη, τον Γιαννόπουλο, ο οποίος θεωρούσε ότι δικαιούταν την θέση του υπουργού δικαιοσύνης αφού είχε αποδειχτεί ο φανατικώτερος και μαχητικώτερος υπερασπιστής τόσο του Ανδρέα όσο και των άλλων -μεγάλων και μικρών- στελεχών τού κόμματος που βρέθηκαν κατηγορούμενοι σ' εκείνες τις δίκες τού "βρόμικου '89". Κι ενώ ο φουκαράς ο Γιαννόπουλος κατάπινε το φαρμάκι του αλλά παρέμενε "πιστός στρατιώτης τού κινήματος", ο Βενιζέλος άδραχνε την ευκαιρία να αποδείξει την άνεσή του στο να κόβει και να ράβει τους νόμους κατά την θέλησή του προκειμένου να πετυχαίνει τον σκοπό του. Χαρακτηριστικά είναι όσα έγιναν σε μια από τις μεγαλύτερες υποθέσεις πλαστογραφίας στην ελληνική ιστορία:

Την περίοδο 1989-1991, επί κυβερνήσεως Μητσοτάκη, τα παιδιά των "καλών οικογενειών" της Θεσσαλονίκης χτυπήθηκαν από μια παράξενη επιδημία. Καμμιά τετρακοσαριά από δαύτα βρέθηκαν να πάσχουν από διάφορους καρκίνους και άλλες σοβαρές αρρώστιες. Συμπτωματικά, όλα αυτά τα παιδιά είχαν εγγραφεί σε πανεπιστήμια του εξωτερικού (κυρίως ανατολικών χωρών) και λόγω των ασθενειών τους έπαιρναν μεταγραφή για το πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Δυστυχώς γι' αυτούς και επειδή ουδέν κρυπτόν υπό τον ήλιον, η υπόθεση βγήκε στο φως και απεδείχθη ότι οι εν λόγω σοβαρές ασθένειες υπήρχαν μόνο στα πλαστά πιστοποιητικά που χρησιμοποιήθηκαν. Δυο ανακριτές  ερεύνησαν επί δυο χρόνια, σχημάτισαν μια δικογραφία χιλιάδων σελίδων και άσκησαν διώξεις σε 400 άτομα περίπου.

Η δικαιοσύνη ήταν έτοιμη να μιλήσει αλλά είχε λογαριάσει δίχως τον Ευάγγελο Βενιζέλο. Ο υπουργός δικαιοσύνης έφερε επειγόντως προς ψήφιση στην βουλή νομοσχέδιο το οποίο τροποποιούσε τον ποινικό κώδικα ως προς τα άρθρα σύμφωνα με τα οποία κατηγορούνταν τα "καλόπαιδα" της συμπρωτεύουσας (άρθρο 216 περί πλαστογραφίας και άρθρο 242 περί ψευδούς βεβαιώσεως). Με την τροποποίηση αυτή, τα κακουργήματα γίνονται πλημμελήματα, αν η ζημιά που προκαλείται δεν υπερβαίνει τα 25 εκατομμύρια δρχ. Τόσο απλό! Αυτομάτως, οι διώξεις σταμάτησαν, οι φάκελλοι έκλεισαν και οι ευγενείς απατεώνες αποδόθηκαν πεντακάθαροι στην κοινωνία για να την υπηρετήσουν ακόμη και ως πολιτικοί!

Να σημειωθεί ότι η εν λόγω νομοθετική παρέμβαση έγινε δίχως να έχει προηγηθεί επεξεργασία της από νομοπαρασκευαστική επιτροπή (σιγά μην έχει ανάγκη ο Βενιζέλος από τέτοιες χαζοεπιτροπές!). Όσο για αυθαίρετα οριζόμενο ποσό των 25 εκατομμυρίων, πρέπει να πω ότι εκείνη την εποχή ένα νεόδμητο διαμέρισμα 80 τετραγωνικών πουλιόταν αντί 12 εκατομμυρίων δραχμών. Δηλαδή, σύμφωνα με τον Βενιζέλο, για να είναι κακουργηματικού χαρακτήρα μια πλαστογραφία, πρέπει να προσπορίζει στον παραβάτη δυο διαμερίσματα τουλάχιστον. Ω! Μπένυ, Μπένυ...

Κι επειδή ο Ελαιάρχης μάς έχει ζαλίσει με τα περί δημοκρατίας και νομιμότητος κηρύγματά του, θα συνεχίσουμε.

5 σχόλια:

Πέτρος Κ. είπε...

Στα χέρια του το Σύνταγμα έχει καταντήσει λάστιχο για σφεντόνα.
Οι πέτρες κατευθείαν στα μούτρα μας.

Σε παρακαλώ, μην αφήσεις ασχολίαστο το αμίμητο μου είπε προχθές: "Αν είχα γίνει αρχηγός το 2007, θα ήταν άλλη η εξέλιξη της χώρας".
Πλιιιιιζ

Emmanuel Goldstein είπε...

Χα, πλάκα θα έχει να έχουμε μαζεμένα τα κατορθώματα του πολυαγαπημένου μας Μπένυ.
Μπράβο Θοδωρή

Ανώνυμος είπε...

...και ποια ήταν αυτά τα καλόπαιδα;

Σεχτάρ ο Τρομερός είπε...

Ρε, τι μαθαίνει κανείς!

hippy είπε...

Ο ψωνισμένος Βενζεβούλ ανακάλυψε τον καναπεδάτο ελληναρά Φάουστ κι έκανε τη ζημιά του στο σύνολο. Ωρα να δύσει.