To Cogito ergo sum συλλογάται λέφτερα και στο ηλεκτρονικό περιοδικό Ατέχνως.

Η γλώσσα κόκκαλα τσακίζει

(...) ας ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα, ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα κι ο ουρανός, ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό κι ο αέρας, ας ιδιωτικοποιηθεί η δικαιοσύνη και ο νόμος, ας ιδιωτικοποιηθεί το σύννεφο που περνάει, ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο, ειδικά αν γίνεται μέρα και με τα μάτια ανοιχτά. Και τελικά, για να ολοκληρωθούν οι ιδιωτικοποιήσεις, ας ιδιωτικοποιηθούν και τα κράτη, παραδίδοντας για κάποιο χρονικό διάστημα την εκμετάλλευσή τους σε ιδιωτικές εταιρείες, που θα λειτουργούν σε καθεστώς διεθνούς ανταγωνισμού. Εκεί βρίσκεται η σωτηρία τού κόσμου...

Και τώρα, ας ιδιωτικοποιηθεί επίσης και η πουτάνα που τους γέννησε όλους.


[Ζοζέ Σαραμάγκου, "Τετράδια του Λαντσαρότε - Ημερολόγιο ΙΙΙ, 1993-1995" - Μετάφραση από τα πορτογαλικά: Cogito ergo sum]

16 Απριλίου 2014

Το τσέρκι

Γρρρρ...γρρρρ...γρρρρ...

Πρωί ακόμη. Ο ήλιος δεν είχε ανεβεί ούτε μισή οργιά καθώς το σκουριασμένο τσέρκι κυλούσε με θόρυβο στην δημοσιά, στέλνοντας καθαρό μήνυμα στους γειτόνους πως ο Γιωργάκης τής Βασίλως ξεμύτισε νωρίς-νωρίς από το σπίτι. Οι περισσότεροι κουνούσαν το κεφάλι συγκαταβατικά, ξέροντας πως ο μικρός δεν θα μπορούσε να μη βγει αχάραγα στους δρόμους τού χωριού, εκμεταλλευόμενος την απουσία τής μάνας του (τό 'χε παλιά συνήθεια η Βασίλω να πηγαίνει κάθε Μεγάλη Τετάρτη χαράματα στην θάλασσα, εκεί όπου πριν λίγα χρόνια χάθηκε ο Μπάμπης της, να τον αναθυμιέται και να ρίχνει στο νερό το πασχαλοκούλουρο πού 'χε φτιάξει ειδικά για κείνον). Και κάποιοι, λίγοι είν' η αλήθεια, αναθεμάτιζαν τον Πέτρο τον Ψίνια, που, σαν ανακαίνισε το πατρικό του, έκαψε τις δούγιες από το παλιό κρασοβάρελο αλλά πέταξε τα τσέρκια στα χωράφια για να τα πάρει ο πιτσιρικάς και να τους βασανίζει.

Γρρρρ...γρρρρ...γρρρρ...

Το τσέρκι κυλούσε κι ο Γιωργάκης καμάρωνε καθώς το κατεύθυνε μαεστρικά μ' ένα στραβωμένο σύρμα, αδιαφορώντας για τα στραβομουτσουνιάσματα πίσω από τους ασπρισμένους τοίχους τής γειτονιάς. Και το χαμόγελό του έγινε πλατύτερο καθώς έπαιρνε την τελευταία στροφή για την πλατεία τού χωριού, σαν είδε τον κυρ Μίστο τον καφετζή να τον θωρεί στημένος στην πόρτα τού μαγαζιού του. Ήξερε πως ο καφετζής τον αγάπαγε σαν εγγόνι του και τό 'χε σίγουρο το φίλεμα.

Όσοι ξέρανε τον Μίστο, θα καταλάβαιναν αμέσως ότι μέσα στον καφενέ είχε ανάψει πολιτική κουβέντα, από κείνες τις καφενοκουβέντες που κάνανε τον καφετζή να λαμπαδιάζει και να βγαίνει έξω από την πόρτα για να μη χάσει τον έλεγχο και αντιγυρίσει καμμιά βαρειά λέξη. Μέσα, ο μαστρο-Βαγγέλης είχε ξεχάσει την τελευταία γουλιά του καφέ του και συνέχιζε την διαμαρτυρία του:

"Για σιγά, ρε Νιόνιο. Δηλαδή, τί θες να πεις; Δεν είναι καλύτερα τώρα που θα φύγει η τρόικα και δεν θα μας ξεζουμίζουνε όπως τότε, κάθε φορά πού 'τανε να πάρουμε μια δόση;"

"Τι λες, μωρέ μπουμπούνα;" ξεσπάθωσε αναψοκοκκινισμένος ο κυρ-Νιόνιος, απλώνοντας την χερούκλα του σαν νά 'θελε να χαστουκίσει τον συνομιλητή του. "Ρε συ, πάλι δανεικά δεν πήραμε; Πάλι τόκους δεν θα πληρώσουμε; Πάλι από την σύνταξή μας δεν θα βγουν κι αυτοί οι τόκοι; Λες νά 'χει διάφορο αν τα δανεικά είναι από την τρόικα ή από τις αγορές;"

"Τί λέει ετούτος, μπαρμπα-Σάββα;" στράφηκε αγαναχτισμένος ο μαστρο-Βαγγέλης στον γερο-ψαρά, που καθόταν αμίλητος στο διπλανό τραπέζι και κάπνιζε το ένα τσιγάρο πάνω στ' άλλο. "Το ίδιο είναι να έχεις κεχαγιά στο δοβλέτι σου και το ίδιο να κάνεις τα κουμάντα σου μοναχός σου;"

Ο μπαρμπα-Σάββας έσβησε τ' αποτσίγαρο στο τασάκι, ίσιωσε το παχύ μουστάκι του με δυο δάχτυλα και ρούφηξε με θόρυβο άλλη μια γουλιά από τον γλυκύ βραστό του. Ύστερα έβγαλε άλλον ένα άσσο σκέτο από το πακέττο, τον χτύπησε απαλά με το νύχι στην μια άκρη και, βάζοντάς τον στο στόμα, γύρισε και κοίταξε τον διπλανό του.

"Πόσο χρονώ έφτασες, μαστρο-Βαγγέλη;" ρώτησε στωικά καθώς άναβε το τσιγάρο του και τράβαγε μια βαθειά τζούρα.

"Πάω καρφί για τα εβδομήντα", απάντησε εκείνος, δίχως να καταλαβαίνει το νόημα της ερώτησης.

"Και πόσα χρόνια έχουμε στο δοβλέτι μας τον κεχαγιά που είπες;" επέμεινε ο μπαρμπα-Σάββας, καρφώνοντας τον συνομιλητή του με το βλέμμα.

"Τέσσερα και κάτι", είπε ο άλλος ξύνοντας το σαγόνι του.

"Αμ γέρασες και μυαλό δεν έβαλες, δόλιε", έκανε με συγκατάβαση ο μπαρμπα-Σάββας. "Παναπεί, εσύ νομίζεις ότι τα προηγούμενα εξήντα έξι χρόνια έζησες δίχως κεχαγιά στον σβέρκο σου", συμπλήρωσε και σηκώθηκε πηγαίνοντας προς την πόρτα. "Παπάρια μάντολες έχεις καταλάβει από την ζωή, μαστρο-Βαγγέλη", πρόσθεσε βγαίνοντας από τον καφενέ.

Ο Μίστος δαγκώθηκε ακούγοντας την βρισιά. Δεν ήθελε με τίποτε ν' ακούει τέτοια λόγια το ορφανό, πού 'χε στο μεταξύ πλησιάσει για να πάρει το λουκούμι του. Χαιρέτησε τον μπαρμπα-Σάββα με φούρκα, αγκάλιασε στοργικά τον Γιωργάκη από τους ώμους και μπήκαν μαζί μέσα στο μαγαζί για να του δώσει το φίλεμα. Ο κυρ Νιόνιος με τον μαστρο-Βαγγέλη ήξεραν το χούι τού Μίστου με τον μικρό κι έκοψαν μαχαίρι την κουβέντα.

"Πρωί-πρωί πήρες του δρόμους, Γιωργάκη;" ρώτησε ρητορικά ο κυρ-Νιόνιος.

"Βγήκα να προπονηθώ με το τσέρκι μου", δήλωσε περήφανα ο μικρός και τεντώθηκε στις μύτες των ποδιών του για να σκάσει ένα φιλί στον καφετζή καθώς έπαιρνε το λουκούμι του.

"Εγώ λέω ν' αφήσεις τα τσέρκια και να πας σπίτι να διαβάσεις για να μάθεις πολλά γράμματα και να γίνεις μεγάλος και τρανός όταν μεγαλώσεις", συμπλήρωσε με δασκαλίστικο ύφος ο κυρ-Νιόνιος.

Ο Γιωργάκης τον κοίταξε για λίγο σκεφτικός. Ύστερα ρούφηξε την μύτη του, έσπρωξε το λουκούμι στο στόμα του, άρπαξε το τσέρκι του και κοίταξε πονηρά τον "παππού" Μίστο.

"Παπάρια μάντολες, κυρ-Νιόνιο", πέταξε με το στόμα μπουκωμένο καθώς χυμούσε προς την πόρτα...


[Άλλο ένα παραδοσιακό λαϊκό διήγημα, προσαρμοσμένο στην επικαιρότητα]

Δεν υπάρχουν σχόλια: