To Cogito ergo sum συλλογάται λέφτερα και στο ηλεκτρονικό περιοδικό Ατέχνως.
Πνευματικά δικαιώματα δεν υπάρχουν. Οι ιδέες πρέπει να κυκλοφορούν ελεύθερα. Άρα, η αντιγραφή επιτρέπεται.

Η γλώσσα κόκκαλα τσακίζει

(...) ας ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα, ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα κι ο ουρανός, ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό κι ο αέρας, ας ιδιωτικοποιηθεί η δικαιοσύνη και ο νόμος, ας ιδιωτικοποιηθεί το σύννεφο που περνάει, ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο, ειδικά αν γίνεται μέρα και με τα μάτια ανοιχτά. Και τελικά, για να ολοκληρωθούν οι ιδιωτικοποιήσεις, ας ιδιωτικοποιηθούν και τα κράτη, παραδίδοντας για κάποιο χρονικό διάστημα την εκμετάλλευσή τους σε ιδιωτικές εταιρείες, που θα λειτουργούν σε καθεστώς διεθνούς ανταγωνισμού. Εκεί βρίσκεται η σωτηρία τού κόσμου...

Και τώρα, ας ιδιωτικοποιηθεί επίσης και η πουτάνα που τους γέννησε όλους.


[Ζοζέ Σαραμάγκου, "Τετράδια του Λαντσαρότε - Ημερολόγιο ΙΙΙ, 1993-1995" - Μετάφραση από τα πορτογαλικά: Cogito ergo sum]

3 Αυγούστου 2012

Ολυμπιακά παραμύθια - 5. Η φάμπρικα των αρματοδρομιών

Ο αναγνώστης τού χτεσινού σημειώματος θα παρατήρησε ότι στους ολυμπιακούς αγώνες παίζονταν χοντρά παιγνίδια με τις αρματοδρομίες. Ας πούμε, λοιπόν, σήμερα δυο λόγια παραπάνω γι' αυτό το φαινόμενο, την φάμπρικα των αρματοδρομιών.

Στο ξεκίνημά τους, οι ολυμπιακοί αγώνες απευθύνονταν αποκλειστικά σε πλούσιους αριστοκράτες. Όχι πως υπήρχε κάποιος τέτοιος νόμος, βέβαια. Απλώς, έτσι γινόταν κατ' ανάγκην. Ποιό φτωχαδάκι θα μπορούσε να κινήσει από τα πέρατα του ελληνισμού για να φτάσει, μετά από πολυήμερο ταξίδι, κατάκοπο και μπαϊλντισμένο στην Ολυμπία; Κι άιντε κι έφτανε. Ποιά τύχη θα είχε μετά από τόση ταλαιπωρία; Επίσης, η διάκριση στους αγώνες απαιτούσε σκληρή και πολύμηνη προπόνηση από την μία, πολύ και καλό φαγητό από την άλλη. Έτσι, τα μπατίρια δεν είχαν θέση στον στίβο ή στην κονίστρα.

Στο διάβα των χρόνων, όμως, τα πλούτη που συνόδευαν κάθε ολυμπιακή νίκη ώθησαν πολλά άτομα των κατώτερων τάξεων να "επενδύσουν" σε έναν ολυμπιακό τίτλο, συχνά ξεπουλώντας την ευτελή περιουσία τους για να ανταποκριθούν στα απαιτούμενα έξοδα. Αργότερα, μπήκαν και οι διάφορες πόλεις στο κόλπο, "επενδύοντας" σε ορισμένους φερέλπιδες αθλητές έστω κι αν αυτοί δεν ήσαν αριστοκράτες. Έτσι κόπηκε σιγά-σιγά ο δρόμος προς τον κότινο για τους εκπροσώπους τής "καλής κοινωνίας", οι οποίοι ήσαν μαθημένοι στην καλοπέραση και στην τρυφηλότητα.

Επειδή, όμως, το χρήμα κινεί τα πάντα, η λύση για τους αριστοκράτες δεν άργησε να βρεθεί. Από τον 7ο π.Χ. αιώνα κιόλας, οι διοργανωτές των ολυμπιακών αγώνων θέσπισαν ως ολυμπιακό αγώνισμα τις αρματοδρομίες. Εδώ οι φτωχοί δεν είχαν θέση, αφού ούτε άρματα είχαν την δυνατότητα να φτιάξουν ούτε άλογα ειδικά για τους αγώνες μπορούσαν να συντηρούν. Έτσι, ο κάθε κοιλαράς πλούσιος, ενώ δεν μπορούσε να αγωνιστεί στην πάλη ή στον δρόμο, μπορούσε να καβαλήσει ένα άρμα και να διεκδικήσει ολυμπιακό τίτλο.

Κατά τον 5ο π.Χ. αιώνα, ο Αλκιβιάδης έδωσε άλλο νόημα στις αρματοδρομίες. Όντας πάμπλουτος, δεν δυσκολεύτηκε να αλλάξει "ελαφρώς" τους κανονισμούς: στο εξής, άσχετα με το ποιος θα οδηγούσε το άρμα, ολυμπιονίκης θα αναδεικνυόταν ο ιδιοκτήτης τού άρματος! Έτσι, το 416 π.Χ. ο Αλκιβιάδης κατεβαίνει στους ολυμπιακούς αγώνες συμμετέχοντας με...εφτά τέθριππα άρματα (!), ειδικά φτιαγμένα για τους αγώνες και συρόμενα από τα καλύτερα άλογα αγώνων που ήταν δυνατόν να βρεθούν. Χάρη στον μοναδικής έμπνευσης κανονισμό, ο ζάμπλουτος αθηναίος καταφέρνει κάτι που δεν συμβαίνει ούτε στον κινηματογράφο: κερδίζει και τις 3 πρώτες θέσεις (!!), σπάζοντας με ηχηρό τρόπο την κυριαρχία των σπαρτιατών στο αγώνισμα. Το κατόρθωμα του Αλκιβιάδη (σαν να λέμε, πήρε στο ίδιο αγώνισμα και το χρυσό και το αργυρό και το χάλκινο μετάλλιο!) παραμένει αξεπέραστο και ως επίτευγμα και ως ντροπή των αγώνων. (*)

Στα βήματα του Αλκιβιάδη βάδισαν, όπως είδαμε χτες, η Κυνίσκα και η Βιλιστίχη. Αλλά, κυρίως, βάδισαν όλοι οι ξακουστοί τύραννοι και βασιλείς της αρχαιότητας, από τον Ιέρωνα των Συρακουσών ίσαμε τον Φίλιππο Β' τον μακεδόνα (τον πατέρα τού Αλέξανδρου). Το κόλπο ήταν δεδομένο: φτιάχνουμε μερικά καλά άρματα, διαλέγουμε μερικούς γεροδεμένους κέλητες, δίνουμε τα γκέμια στους καλύτερους σκλάβους ηνίοχους και, με λίγη τύχη και μπόλικο χρήμα, μπαίνουμε στο πάνθεον της Ιστορίας ως ολυμπιονίκες.

Μπορεί, μέσω της φάμπρικας των αρματοδρομιών, οι κάθε λογής πλούσιοι άρχοντες να κέρδιζαν εύκολα ολυμπιακούς τίτλους αλλά υπήρχε και μια δυσκολία: έπρεπε να μαθευτεί ευρέως η νίκη τους ώστε να κερδίσουν την δόξα που ποθούσαν. Όμως, χάρη στο χρήμα που διέθεταν, βρήκαν λύση και σ' αυτό το προβληματάκι: "νοίκιαζαν" τα κατάλληλα πρόσωπα (ρήτορες, ιστορικούς, ποιητές κλπ), τα οποία αναλάμβαναν εργολαβικά να διαιωνίσουν και να διακηρύξουν την φήμη τους. Περισσότερα επ' αυτού θα πούμε αύριο.


(*) Τελικά, οι αθηναίοι πλήρωσαν ακριβά την ολυμπιακή διάκριση του Αλκιβιάδη. Λίγους μήνες μετά τους αγώνες και στηριζόμενος στην υψηλή του ολυμπιακή διάκριση, ο φαντασμένος φαφλατάς νεαρός έπεισε τους αθηναίους να τον ονομάσουν στρατηγό και να του αναθέσουν την εκστρατεία στην Σικελία. Οι συμπολίτες του εμπιστεύθηκαν τον "ημίθεο" ολυμπιονίκη με τα γνωστά αποτελέσματα: η Αθήνα δεν επρόκειτο να συνέλθει ποτέ από την καταστροφή τής περίφημης "σικελικής εκστρατείας"...

Δεν υπάρχουν σχόλια: