To Cogito ergo sum συλλογάται λέφτερα και στο ηλεκτρονικό περιοδικό Ατέχνως.

Η γλώσσα κόκκαλα τσακίζει

(...) ας ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα, ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα κι ο ουρανός, ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό κι ο αέρας, ας ιδιωτικοποιηθεί η δικαιοσύνη και ο νόμος, ας ιδιωτικοποιηθεί το σύννεφο που περνάει, ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο, ειδικά αν γίνεται μέρα και με τα μάτια ανοιχτά. Και τελικά, για να ολοκληρωθούν οι ιδιωτικοποιήσεις, ας ιδιωτικοποιηθούν και τα κράτη, παραδίδοντας για κάποιο χρονικό διάστημα την εκμετάλλευσή τους σε ιδιωτικές εταιρείες, που θα λειτουργούν σε καθεστώς διεθνούς ανταγωνισμού. Εκεί βρίσκεται η σωτηρία τού κόσμου...

Και τώρα, ας ιδιωτικοποιηθεί επίσης και η πουτάνα που τους γέννησε όλους.


[Ζοζέ Σαραμάγκου, "Τετράδια του Λαντσαρότε - Ημερολόγιο ΙΙΙ, 1993-1995" - Μετάφραση από τα πορτογαλικά: Cogito ergo sum]

30 Ιουλίου 2012

Ολυμπιακά παραμύθια - 1. Ο κότινος

"Το έθνος πρέπει να μάθη να θεωρή εθνικόν ό,τι είναι αληθές" (Διονύσιος Σολωμός)


Τώρα που άρχισαν οι ολυμπιακοί αγώνες τού Λονδίνου, μου δίνεται η ευκαιρία να βγάλω ένα παλιό μου άχτι. Έτσι, λοιπόν, κατά την διάρκεια των αγώνων, θα δημοσιεύσω μια σειρά κειμένων με τα οποία θα επιχειρήσω να ανασκευάσω όλη την μυθολογία που έχει στηθεί ανά τους αιώνες περί των ολυμπιακών αγώνων. Κυρίως δε θα επικεντρωθώ στους δυο περισσότερο διαδεδομένους μύθους, δηλαδή στο πολυθρύλητο "ολυμπιακό ιδεώδες" και στην ευγένεια των αθλητών, οι οποίοι τάχατες αγωνίζονταν μόνο για τον "κότινο".

Προκαταβολικά, ζητώ συγγνώμη για την "ακαταστασία" των κειμένων, μιας και δεν έχω χρόνο να τα οργανώσω και να τα "καλουπώσω". Στο κάτω-κάτω, δεν φτιάχνω διδακτορική εργασία. Στο ιστολόγιό μου γράφω, οπότε κεντρική σημασία έχει το περιεχόμενο. Όσο για εκείνους που αισθανθούν να προσβάλλεται η ελληνικότητά τους, ας ρίξουν άλλη μια ματιά στην παραπάνω αποστροφή τού Σολωμού πριν μου ορμήσουν...


Όπως όλοι οι μεγάλοι αγώνες τής αρχαιότητας, έτσι και οι ολυμπιακοί αγώνες χαρακτηρίζονται ως "στεφανίται", επειδή το βραβείο των νικητών δεν ήταν παρά ένα στεφάνι: των ολυμπιονικών από αγριελιά (ο περίφημος κότινος), των ισθμιονικών από πεύκο, των πυθιονικών από δάφνη, των νεμεονικών από σέλινο. Αυτά τα στεφάνια ήσαν για τους τύπους, ακριβώς όπως σήμερα δίνονται μετάλλια. Στην ουσία, όμως, όλοι οι μεγάλοι αθλητικοί αγώνες τής αρχαιότητας ήσαν "χρηματίται".

Πράγματι, όταν οι ολυμπιονίκες επέστρεφαν στις πόλεις τους, όχι απλώς αποθεώνονταν αλλά εξασφάλιζαν και μια σειρά εντυπωσιακών προνομίων. Κατ' αρχάς, έμπαιναν στην πόλη από ένα σημείο των τειχών το οποίο γκρεμιζόταν για να περάσουν, συμβολισμός ο οποίος εννοούσε πως η πόλη δεν χρειάζεται πια τα τείχη εφ' όσον διαθέτει τέτοιον ήρωα. Οι άρχοντες και το ιερατείο ετοίμαζαν πανηγυρική υποδοχή ενώ όλοι οι κάτοικοι έβγαιναν στους δρόμους για να ζητωκραυγάσουν και να αποθεώσουν τον ήρωά τους. Ποιητές έγραφαν ύμνους για τον νικητή, γλύπτες έφτιαχναν τον ανδριάντα του, η πόλη έκοβε νομίσματα με την μορφή του και επιγραφές με υμνητικούς στίχους τοποθετούνταν στα μνημεία τής πόλης.

Όλα αυτά, βεβαίως, αποτελούσαν ηθικές ανταμοιβές και δεν θα είχε νόημα να τις επικρίνουμε αν όλα τελείωναν εδώ. Αλλά ποιός ολυμπιονίκης νοιάζεται για τις ηθικές ανταμοιβές όταν μπορεί να εξασφαλίσει οικονομικά προνόμια; Έτσι, λοιπόν, οι ολυμπιονίκες απαλλάσσονταν για πάντα από οποιαδήποτε φορολογία. Επίσης, απαλλάσσονταν και από κάθε στρατιωτική υποχρέωση (τί ειρωνεία να γκρεμίζεις τα τείχη για να περάσει κάποιος που δεν θα πιάσει ποτέ όπλο στα χέρια του!) αλλά και από κάθε άλλη δημόσια υποχρέωση (κοινωνικό έργο, κοινωφελή υπηρεσία σε περιπτώσεις φυσικών καταστροφών κλπ).

Πάνω απ' όλα, όμως, οι ολυμπιονίκες εξασφάλιζαν ισοβίως γενναία μισθοδοσία από το δημόσιο ταμείο, ενώ παράλληλα σιτίζονταν δωρεάν στο πρυτανείο. Αυτό το τελευταίο εξόργισε ως και τον νηφάλιο Σωκράτη: "Στο πρυτανείο πρέπει να σιτίζεται μόνον ο πολίτης που έχει άριστο ήθος και φρόνηση, που προσφέρει υπηρεσίες στην πατρίδα του, ο φτωχός άνθρωπος αλλά ευεργέτης τής πόλης. Απόδοση τιμών επιβάλλεται σε πολίτη του οποίου ολόκληρος ο βίος αποδεικνύεται ενάρετος" (Πλάτωνος, "Απολογία Σωκράτους", 36 γ-δ).

Παρ' ότι οι ολυμπιονίκες απαλλάσσονταν από κάθε στρατιωτική υποχρέωση, η πολιτεία τούς απένεμε στρατιωτικά αξιώματα (σημ.: κάτι ανάλογο κάνει και η σημερινή Ελλάδα με τους σύγχρονους ολυμπιονίκες της), ενίοτε δε και θρησκευτικά. Όσοι απ' αυτούς ήθελαν, μπορούσαν να πάρουν μέρος στις πολεμικές εκστρατείες, χωρίς όμως να είναι υποχρεωμένοι να πολεμήσουν. Πάντως, σε περίπτωση νίκης, ο "άκαπνος" ολυμπιονίκης είχε δικαίωμα σε σημαντικό μερίδιο από τα λάφυρα. Εννοείται ότι όλες οι παραπάνω υλικές παροχές αυξήθηκαν κατά τους ελληνιστικούς χρόνους και υπερδιογκώθηκαν κατά την ρωμαϊκή εποχή.

Πρέπει να παραδεχθούμε ότι στην αρχή οι ολυμπιακοί αγώνες ήσαν όντως "στεφανίται". Για παράδειγμα, κατά τους πρώτους αγώνες (776 π.Χ.) νικητής στον δρόμο ήταν ένας λαϊκός μάγειρος από την Ηλεία, ο Κόροιβος, ο οποίος έλαβε ως έπαθλο μόνο ένα μήλο! Δυστυχώς, δεν χρειάστηκαν παρά λίγα χρόνια για να αλλάξουν τα πράγματα. Από την έκτη κιόλας ολυμπιάδα η αγνότητα των αγώνων πάει περίπατο και κάνουν την εμφάνισή τους οι πρώτες χορηγίες χρημάτων και τιμαλφών δώρων. Αρκεί να αναφέρουμε χαρακτηριστικά ότι ο Σόλων, λίγο μετά το 600 π.Χ., θεώρησε υπερβολικά τα χρήματα που έδινε η πολιτεία στους διάφορους νικητές αθλητικών αγώνων και επενέβη περιορίζοντας την αμοιβή των ολυμπιονικών σε 500 δραχμές, των ισθμιονικών σε 100 δραχμές κλπ. Ο ίδιος, έλεγε με θυμό ότι είναι απαράδεκτο να τιμώνται οι αθλητές και να αγνοούνται εκείνοι που θυσιάζονται στον πόλεμο, των οποίων και τα παιδιά θα έπρεπε να τρέφονται και να μορφώνονται με χρήματα της πολιτείας: "Απειρόκαλλον γαρ το εξαίρειν τας τούτων τιμάς, αλλά μόνον εκείνων των εν πολέμοις τελευτησάντων...ων και τους υιούς δημοσία τρέφεσθαι και παιδεύεσθαι" (Διογένους Λαερτίου, "Βίοι φιλοσόφων" - Σόλων, 55).

Αυτά τα ολίγα είχα να πω σήμερα, ελπίζοντας ότι κάποια στιγμή θα πάψει το παραμύθι πως τάχα οι αρχαίοι αγωνίζονταν μοναχά για έναν κότινο. Διάβολε, ποιός πιστεύει ότι οι πρόγονοί μας ήσαν τόσο "ηλίθιοι" ώστε να βολεύονται με ένα κοτσάνι αγριελιάς ή ένα ματσάκι σέλινο; Αλλά θα συνεχίσουμε.