To Cogito ergo sum συλλογάται λέφτερα και στο ηλεκτρονικό περιοδικό Ατέχνως.
Πνευματικά δικαιώματα δεν υπάρχουν. Οι ιδέες πρέπει να κυκλοφορούν ελεύθερα. Άρα, η αντιγραφή επιτρέπεται.

Η γλώσσα κόκκαλα τσακίζει

(...) ας ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα, ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα κι ο ουρανός, ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό κι ο αέρας, ας ιδιωτικοποιηθεί η δικαιοσύνη και ο νόμος, ας ιδιωτικοποιηθεί το σύννεφο που περνάει, ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο, ειδικά αν γίνεται μέρα και με τα μάτια ανοιχτά. Και τελικά, για να ολοκληρωθούν οι ιδιωτικοποιήσεις, ας ιδιωτικοποιηθούν και τα κράτη, παραδίδοντας για κάποιο χρονικό διάστημα την εκμετάλλευσή τους σε ιδιωτικές εταιρείες, που θα λειτουργούν σε καθεστώς διεθνούς ανταγωνισμού. Εκεί βρίσκεται η σωτηρία τού κόσμου...

Και τώρα, ας ιδιωτικοποιηθεί επίσης και η πουτάνα που τους γέννησε όλους.


[Ζοζέ Σαραμάγκου, "Τετράδια του Λαντσαρότε - Ημερολόγιο ΙΙΙ, 1993-1995" - Μετάφραση από τα πορτογαλικά: Cogito ergo sum]

8 Φεβρουαρίου 2012

Ανατομία του νεοφιλελευθερισμού - 76. Το ξέσπασμα της κρίσης

Βγαίνοντας το 2007, είχε γίνει πλέον ολοφάνερο ότι η οικονομία των ΗΠΑ βρισκόταν στον αέρα. Με την τραπεζική πίστη να συρρικνώνεται όλο και περισσότερο, οι κεϋνσιανοί οικονομολόγοι αύξησαν την πίεσή τους για ανάληψη δράσης από την κυβέρνηση. Όμως, εκείνες τις κρίσιμες ώρες ο Μπους ο Β(λαξ) αποφάσισε να εμπιστευτεί και πάλι το νεοφιλελεύθερο συνταγολόγιο, σύμφωνα με το οποίο ένα είναι το φάρμακο "διά πάσαν (οικονομικήν) νόσον και πάσαν (οικονομικήν) μαλακίαν": το λιγώτερο κράτος. Έτσι, τον Φεβρουάριο του 2008 προώθησε ένα τεράστιο πακέττο φοροαπαλλαγών προς τις επιχειρήσεις, ύψους 168 δισεκατομμυρίων δολλαρίων.

Θεωρητικά, αυτή η τακτική αναθερμαίνει την οικονομία αλλά με μια κρίσιμη προϋπόθεση: την βεβαιότητα για ένα καλύτερο αύριο. Υποτίθεται ότι οι λιγώτεροι φόροι οδηγούν σε αύξηση των επενδύσεων, αύξηση της ανταγωνιστικότητας, μείωση των τιμών και αύξηση της κατανάλωσης, δηλαδή σε αναθέρμανση της οικονομίας. Στην πράξη, όμως, δεν έγινε τίποτε τέτοιο και απλώς οι επιχειρήσεις καρπώθηκαν το όφελος των φοροαπαλλαγών. Λογικώτατη εξέλιξη: οι απογοητευμένοι και υπερχρεωμένοι πολίτες (πολλοί από τους οποίους είχαν ήδη χάσει ή κινδύνευαν άμεσα να χάσουν το σπίτι τους) ούτε ήθελαν αλλά ούτε και μπορούσαν να στηρίξουν οποιαδήποτε αύξηση της κατανάλωσης. Έτσι, το πρόβλημα της υπερσυσσώρευσης κεφαλαίων όχι μόνο δεν επιλύθηκε αλλ' αντιθέτως διογκώθηκε.

Μέχρι το 2008, ο καπιταλισμός είχε γνωρίσει πολλές κρίσεις αλλά αυτή που ερχόταν τώρα, ορμητική σαν τσουνάμι, έμοιαζε αλλοιώτικη. Για πρώτη φορά κινδύνευε όχι κάποιος κλάδος τής οικονομίας, όχι κάποια χώρα αλλά η ίδια η ραχοκοκκαλιά τού καπιταλισμού: οι τράπεζες. Η κατάσταση ήταν τόσο επικίνδυνη ώστε το κράτος αποφάσισε να επέμβει δραστικά για να σώσει το τραπεζικό σύστημα. Κι αφού ο Φρήντμαν δεν ζούσε πια για να δώσει τις συμβουλές του, η σχολή τού Σικάγου περιορίστηκε σε ρόλο βουβού θεατή, όταν το υπουργείο οικονομικών και η ομοσπονδιακή τράπεζα (Fed) μεσολάβησαν για την απορρόφηση του επενδυτικού κολοσσού Bear Stearns από την J.P.Morgan Chase αντί μόλις 2 δολλαρίων ανά μετοχή (*).

Τον Σεπτέμβριο του 2008, το τσουνάμι έσκασε. Στις 7 του μηνός, κατέρρευσαν δυο επενδυτικοί κολοσσοί, οι οποίοι είχαν πλημμυρίσει την αγορά με "άρρωστα" στεγαστικά δάνεια: η Fannie Mae και η Freedie Mac. Από τον Ιούλιο, ο υπουργός οικονομικών Χανκ Πώλσον είχε προειδοποιήσει το κονγκρέσσο ότι μάλλον οι δυο εταιρείες θα χρειάζονταν κρατική βοήθεια. Τελικά, το "κακό κράτος" εθνικοποίησε επίσημα και τις δυο εταιρείες. Ο Πώλσον υπολόγισε το κόστος διάσωσης στα 200 δισεκατομμύρια δολλάρια.

Αυτή η εξέλιξη οδήγησε τους τραπεζίτες να πέσουν σαν μύγες πάνω στον Πώλσον και τον Μπερνάνκι (τον διοικητή τής Fed), ζητώντας κι αυτοί βοήθεια. Μέσα σε μια βδομάδα, το κράτος αποφάσισε να διαθέσει 700 δισεκατομμύρια για να διασώσει την Goldman Sachs και τον ασφαλιστικό κολοσσό AIG. Όμως, όταν η Lehman Brothers (μια από τις παλαιότερες τράπεζες των ΗΠΑ, η οποία είχε "πνιγεί" στα τοξικά ομόλογα) ζήτησε με την σειρά της βοήθεια, ο Πώλσον σήκωσε τα χέρια ψηλά. Ήταν πλέον σαφές ότι ένα συνολικό πρόγραμμα διάσωσης θα απαιτούσε ιλιγγιώδη ποσά, τα οποία θα μπορούσαν να αγγίξουν ακόμη και τα 2 τρισεκατομμύρια. Τελικά, την Δευτέρα 15 Σεπτεμβρίου 2008, η Lehman Brothers κατέρρευσε και υπέβαλε αίτηση πτώχευσης. Εκείνη η "μαύρη Δευτέρα" θεωρείται συμβολικά ως η αρχή τής παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης.

Η αναλυτική εξιστόρηση των όσων έγιναν εκείνη την εποχή στις ΗΠΑ ξεφεύγει από τα πλαίσια αυτών των σημειωμάτων. Οπωσδήποτε, όμως, κάποια στιγμή θα επανέλθουμε γιατί το σχετικό υλικό είναι και άφθονο και διδακτικώτατο. Για την ώρα, το θέμα που μας ενδιαφέρει είναι ότι τα απόνερα εκείνου του τσουνάμι χτύπησαν και την απέναντι πλευρά τού Ατλαντικού. Η πρώτη χώρα που συγκλονίστηκε απ' αυτό το χτύπημα ήταν η Ισλανδία...


(*) Κατά τις διαπραγματεύσεις, η Bear Stearns αποτίμησε την αξία τής μετοχής της στα 80 δολλάρια. Έναν χρόνο νωρίτερα, τον Μάρτιο του 2007, η ίδια μετοχή πουλιόταν στα 150 δολλάρια. Ολόκληρη η ιστορία στο "J.P.Morgan buys Bear in fire sale, as Fed widens credit to avert crisis" (Wall Street Journal, 17/03/2008).

Δεν υπάρχουν σχόλια: